1. Θα μπορούσε να είναι ερώτημα κατά το αντίστοιχο που πάει η μουσική όταν χάνεται, που πάει το ποίημα όταν ακούγεται ή διαβάζεται και χάνεται προσώρας από τα μάτια και τη σκέψη μας.
Κοινό και των τριών το ταξίδι, που έχει υλικό τόπο τη στεριά, τη θάλασσα, τον αέρα αλλά κοινό τρόπο την τέχνη, τη σκέψη την ευαισθησία, την τρυφερότητα· το συνεχώς διαφεύγον άλλο μας είναι, το οποίο όταν δεν μπορεί στα θέλω του, αφήνεται στους δημιουργούς της τέχνης να τον φύγουν, να τον γυρίσουν αλλά και να τον εγκαταλείψουν. Ο Γκογκέν απέδρασε από τον εαυτόν και τους άλλους σε νήσους εξωτικούς και απωλεσθείς από τον κόσμο κέρδισε τον επίγειο παράδεισο της κατά φύση και κατά τέχνη, ζωής 2. Η έκθεση είναι του Αλέξανδρου Στιβακτή, όστις είναι ένας μουσικός κατ’ εξοχήν· ζει δε κατά κάποιο τρόπο σ’ αυτήν αποφεύγοντας τον συγχρωτισμό με τα της πόλεως κυνηγών και κυνηγούμενος από ανεγκέφαλους ιδιοκτήτες, που δεν ανέχονται ιδιαιτερότητες στο ανθρώπινον είδος της απελπισίας στο οποίο βιώνουν. Τον είχαμε τον Αύγουστο στο αρχοντικό Βούρκα όπου σχεδίαζε κι αυτοσχεδίαζε μουσικά ενσταντανέ κ.λπ. 3. Με καράβια που δεν ταξιδεύουν, εννοείται. Τα καράβια του τα έχει αγκυροτοιχο-βολημένα στο σπίτι του, στις παρυφές του ‘Ισβορου χώρου. Εγέμιζαν το χώρο κι ασφυκτιούσαν κάπως, ήθελαν δε να δουν και να ιδωθούν ποσώς. Ο,τι όλα τα έργα τέχνης ακόμα κι οι ασήμαντες λέξεις που σημειώνουμε και γράφουμε δήθεν για τον εαυτό στο μονήρες της κουζίνας ή του γραφείου μας χώρο καίγονται για το άλλο μάτι για την άλλη σκέψη για την άλλη ανθρώπινη αφή 4. Αλλά κατασκευάστηκαν με υλικά φθοράς. Θέλω να πω με ευτελή υλικά που τα βρίσκεις παντού και τα οποία τα κλοτσάει ο κανονικός άνθρωπος, αλλά ο μη κανονικός που είναι ο καλλιτέχνης βρίσκει σ’ αυτά μια φωνή απόγνωσης, ότι ακόμα και σ’ αυτήν τους την κατάσταση ζητούν ένα ρόλο έστω κι αυτό της στάχτης ή του κονιορτού. 5. Δεν μου φέρουν τη διάθεση καθόλου προς τον Ν. Καββαδία ως συμφραζόμενα από την ποίησης που αποπνέουν. Τον Αλέξανδρο Μπάρα ξεφυλλίζω:
Ένα κάθε βδομάδα, στην ορισμένη μέρα, πάντα στην ίδιαν ώρα, τρία βαπόρια ωραία, η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα", ανοίγουνται απ' την προκυμαία στις εννέα, πάντα για τον Περαία, το Mπρίντιζι και το Tριέστι, πάντα.
Xωρίς μανούβρες κ' ελιγμούς και δισταγμούς κι' ανώφελα σφυρίγματα, στρέφουνε στ' ανοιχτά την πρώρα, η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα", σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι που φεύγουν από ένα σαλόνι χωρίς ανούσιες χειραψίες και περιττές.
Aνοίγουνται απ' την προκυμαία στις εννέα, πάντα για τον Περαία, το Mπρίντιζι και το Tριέστι, πάντα και με το κρύο και με τη ζέστη.
Πάνε να μουντζουρώσουν τα γαλάζια του Aιγαίου και της Mεσογείου με τους καπνούς των. Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια τα φώτα τους μέσ' στα νερά τη νύχτα. Πάνε πάντα μ' ανθρώπους και μπαγκάζια&
H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα", χρόνια τώρα, κάνουν τον ίδιο δρόμο, φτάνουν την ίδια μέρα, φεύγουν στην ίδιαν ώρα.
Mοιάζουν υπάλληλοι γραφείων που γίνανε χρονόμετρα, που η πόρτα της δουλειάς, αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν από κάτω της, μπορεί να πέσει.
(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Mεσόγειο ή απ' το σπίτι σ' άλλη συνοικία;) H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα" είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια, να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο, να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια.
Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος, ναι si j'ιtais roi! αν ήμουν εγώ πλοίαρχος στην "Kλεοπάτρα", τη "Σεμίραμη", τη "Θεοδώρα", αν ήμουν εγώ πλοίαρχος με τέσσερα χρυσά γαλόνια κι αν μ' άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή τόσα χρόνια, μια νύχτα σεληνόφεγγη, στη μέση του πελάγου, θ' ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα κι ενώ θ' ακούγουνταν η μουσική που θα' παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια, με τη μεγάλη μου στολή, με τα χρυσά μου τα γαλόνια και τα χρυσά μου τα παράσημα, θα' γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη από το τέταρτο κατάστρωμα μέσ' στα νερά, έτσι με τα χρυσά μου, σαν αστήρ διάττων σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.
* Η Έκθεση του Αλέξανδρου Στιβακτή με καράβια που κατασκευάστηκαν από υλικά φθοράς, θα λειτουργεί μέχρι τις 10 Ιανουαρίου στο πατάρι του Συνεταιριστικού Βιβλιοπωλείου στην Κοζάνη. Η έκθεση θα είναι ανοιχτή για το κοινό τις ώρες λειτουργίας του βιβλιοπωλείου.
Ο Γιάννης Μόραλης του Κωνσταντίνου γεννήθηκε στην Άρτα το 1916 και ήταν ένας διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος της λεγόμενης «γενιάς του '30».
Το 1927 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, για να σπουδάσει κοντά στον Αργυρό, τον Γερανιώτη, τον Παρθένη και τον Κεφαλληνό ζωγραφική και χαρακτική. Το 1936 αποφοίτησε από την Σχολή Καλών Τεχνών και τον επόμενο χρόνο, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών, έφυγε για την Ρώμη. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου φοίτησε, παρακολούθησε μαθήματα φρέσκο, στην École Nationale des Beaux Arts, στα εργαστήρια ζωγραφικής και τοιχογραφίας. Παράλληλα εγγράφηκε στην École des Arts et Metiers, για τη σπουδή του ψηφιδωτού. Το 1947 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής της προπαρασκευαστικής τάξης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.
Το 1949 μαζί με αρκετούς ακόμα έλληνες ζωγράφους, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Νικολάου και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμμετείχε στην ίδρυση της καλλιτεχνικής ομάδας «Αρμός», ενώ συμμετείχε στην πρώτη έκθεση της στο Ζάππειο, το 1950. Από το 1954, ξεκίνησε η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, ενώ αργότερα συνεργάστηκε και με το Εθνικό Θέατρο.
Το 1957 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής του Εργαστηρίου Ζωγραφικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Τον επόμενο χρόνο συμμετείχε μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον γλύπτη Αντώνη Σώχο, στην Μπιενάλε της Βενετίας στα πλαίσια της οποίας προτάθηκε για ένα μικρό διεθνές βραβείο. Το 1959, πραγματοποιήθηκε η πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα, στην αίθουσα εκθέσεων «Αρμός».
Το έργο του Μόραλη περιλαμβάνει επιπλέον εικονογραφήσεις βιβλίων των ποιητών Ελύτη και Σεφέρη, εξώφυλλα δίσκων μουσικής, γλυπτά, τοιχογραφίες καθώς και σκηνικά και κουστούμια για το Εθνικό Θέατρο Ελλάδος και τα μπαλέτα του Ελληνικού Χοροδράματος. Στα πιο γνωστά του έργα συγκαταλέγονται οι διακοσμήσεις της ΒΔ και της ΝΑ πλευράς του Ξενοδοχείου Χίλτον της Αθήνας, και οι συνθέσεις του στον σταθμό Πανεπιστημίου του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου της Αθήνας.
Ο Μόραλης τιμήθηκε πρώτη φορά με βραβείο ζωγραφικής το 1940. Το 1965, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τού απένειμε τον Ταξιάρχη του Φοίνικος. Το 1973 έλαβε Χρυσό Μετάλλιο στην Διεθνή Έκθεση του Μονάχου. Το 1979 του απονεμήθηκε το Αριστείο των Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών. Αποχώρησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το 1983, και το 1988, η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση. Το 1999 του απονεμήθηκε το μετάλλιο του Ταξιάρχη της Τιμής. Έργα του ανήκουν σε δημόσιες και ιδιωτικές σχολές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
O Γιάννης Μόραλης δεν έδινε ποτέ συνεντεύξεις, αν και έχει τη φήμη εξαίρετου συζητητή και γοητευτικού αφηγητή. Η απόσταση που τηρούσε όμως από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας δεν εμπόδιζε τους φίλους του να θυμούνται τις σκέψεις και τις απόψεις του και κάπου - κάπου να «κλέβουν» τα ίδια του τα λόγια. Έτσι έκανα και εγώ προ ημερών καθώς ταξιδεύαμε με το «ιπτάμενο δελφίνι» για την Αίγινα και ελπίζω να με συγχωρέσει...
Το ταξίδι αυτό αποτελεί μέρος καθιερωμένης ιεροτελεστίας: της ιεροτελεστίας μεταφοράς των έργων του από το εργαστήριό του της Αίγινας στην Αθήνα.
Ασχολείσαι σχολαστικά, παρατήρησα, με τις πιο μικρές λεπτομέρειες της έκθεσης. Η προβολή της όμως δεν σ' ενδιαφέρει καθόλου. Ακόμη και για την ίδια τη δουλειά σου αρνείσαι να μιλήσεις. Γιατί;
«Δεν έχει γιατί. Είναι απλό. Ο καλλιτέχνης μιλάει με το έργο του. Τα λόγια σ' αυτή την περίπτωση είναι περιττά. Σάλτσες στην τέχνη δεν μπαίνουν. Και σου θυμίζω αυτό που έχει γράψει ο Σεφέρης: "Η ερμηνεία κάθε έργου είναι ερμηνεία του εαυτού μας, όχι εκείνου που το δημιούργησε, αλλά εκείνου που το διαβάζει, το βλέπει ή το ακούει"
(Εκδοση Εμπορικής Τράπεζας "Ι. Μόραλης", Αθήνα 1988, σελ. 451)».
Μήπως το κάνεις από σεμνότητα;
«Κάθε άνθρωπος βλέπει μέσα σ' ένα έργο άλλα πράγματα. Οταν λοιπόν του τα επεξηγείς εκ των προτέρων, περιορίζεις το ίδιο το έργο και τη λειτουργία του».
Λένε μερικοί ότι είσαι απρόσιτος, ακόμη και σνομπ.
«Θα έπρεπε να αφήνω τη δουλειά μου και να δίνω συνεντεύξεις ή να βρίσκομαι συνέχεια στις τηλεοράσεις για να μην είμαι σνομπ;».
Γενικά θεωρείσαι δύσκολος. Δεν δέχεσαι προσκλήσεις, δεν δέχεσαι στο σπίτι σου, στο ατελιέ σου, δεν δείχνεις τη δουλειά σου.
«Είναι κουραστικό και χρονοβόρο για έναν καλλιτέχνη να κάνει δημόσιες σχέσεις και να δείχνει ο ίδιος τη δουλειά του. Το βρίσκω γελοίο».
Αλλάζω κουβέντα. Τον ρωτάω να μου πει για τη Σχολή. Μια ζωή εκεί μέσα, από το 1931, ως μαθητής, και μετά από το 1947 τριάντα πέντε χρόνια δάσκαλος.
«Ο Γιάννης Κεφαλληνός, ο δάσκαλός μου και φίλος, στον οποίο οφείλω πάρα πολλά, ήταν εκείνος που με πίεσε να υποβάλω υποψηφιότητα για καθηγητής. Ως δάσκαλος με τη σειρά μου προσπάθησα να διδάξω στους μαθητές μου τα βασικά· εκείνα που θα τους επέτρεπαν μετά να πετάξουν με τα δικά τους φτερά, με τα δικά τους εφόδια. Κάτι που πάντα τους έλεγα είναι πως τελειώνοντας τη Σχολή θα πρέπει να έχουν μάθει να διαβάζουν μόνοι τους το έργο τους. Πολύ βασικό αυτό... Ποτέ δεν επεδίωξα να τους επιβάλω τον δικό μου τρόπο δουλειάς. Μάλιστα, θυμάμαι το 1972, εκθέτοντας στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, τελειώνοντας το μάθημα την ημέρα των εγκαινίων, τους είπα ότι τα έργα μου που θα δουν στην έκθεση είναι προσωπικές προτάσεις και όχι υποδείγματα προς μίμηση».
Τολμάω όμως να πω ότι κάποιοι μαθητές σου σού καταλογίζουν ότι όταν πήγαν έξω είδαν τα πράγματα αλλιώς...
«Ευτυχώς!».
Το δελφίνι με την κουβέντα φθάνει πια στην Αίγινα. Το σπίτι του Γιάννη Μόραλη φαίνεται κιόλας, προτού μπεις στο λιμάνι, αριστερά από το σπίτι του φίλου του Νίκου Νικολάου. Με τα χρόνια έχει γίνει πια μέρος του τοπίου, λιτό, αυστηρό, μέσα στο «Αιγινήτικο φως». Είναι έργο του φίλου του Αρη Κωνσταντινίδη.
Αλήθεια πώς αποφάσισες να έρθεις στην Αίγινα;
«Με τον Νίκο (Νικολάου) ήμασταν φίλοι από τη Σχολή· μάλιστα όταν δώσαμε αίτηση τότε για υποτροφία στη Ρώμη, είχαμε συμφωνήσει ότι αν την πάρει ένας από τους δύο, θα τη μοιραστεί με τον άλλον. Την πήρα εγώ και κράτησα τη συμφωνία. Μετά συνεχίσαμε μαζί και στο Παρίσι.
Στην Αίγινα είχε πάει πρώτα ο άλλος φίλος μου, ο γλύπτης Καπράλος, μετά ο Νίκος έχτισε το σπίτι του για να μένει χειμώνα - καλοκαίρι, κι εγώ από τα χρήματα που πήρα από την έκθεσή μου το 1972 αγόρασα το παραδιπλανό οικόπεδο. Ο Νίκος επέμενε. Εκείνος το διαπραγματεύθηκε.
Τα βράδια μαζευόμαστε στου Νικολάου, ο Καπράλος, ο Σπανούδης, ο Ελύτης και άλλοι φίλοι. Καθόμασταν από νωρίς στο μεγάλο πεζούλι έξω από το σπίτι και βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα. Η Αίγινα έχει εκπληκτικό φως. Τότε θυμάμαι πίναμε πολύ. Γίνονταν συζητήσεις, καβγάδες, γέλια ως το πρωί...».
Ενώ έλεγε αυτά θυμήθηκα τα λόγια ενός άλλου μεγάλου φίλου του Γιάννη Μόραλη, του Οδυσσέα Ελύτη, που προλόγισε τον κατάλογο της έκθεσης στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη το 1972:
«Τα χώματα της Αττικής και της Αίγινας, τα σώματα των νέων κοριτσιών, το φως το ταυτόσημο μιας φυσικής και ηθικής ευγένειας, τα βλέπουμε στα τελευταία έργα του Μόραλη να αναδύονται κάποτε με μιαν υγρασία θαλασσινή, σαν μεγεθυσμένα θραύσματα από αρχαίες ληκύθους ή σμικρυμένες νωπογραφίες τόπων λατρείας που χάθηκαν για πάντα»
(Εκδοση Εμπορικής Τράπεζας «Ι. Μόραλης», Αθήνα 1988, σελ. 181).
Το πλοίο έχει φθάσει στο λιμάνι. Μας περιμένει το φορτηγό του Μπεργελέ που έφθασε νωρίτερα με το φέρι μπόουτ.
Ο Μόραλης είναι ο άνθρωπος της συνήθειας και των προκαθορισμένων χρόνων. Ή μάλλον του τελετουργικού τυπικού. Η έκθεσή του δεν αρχίζει την ημέρα των εγκαινίων αλλά την ημέρα όπου τα έργα φεύγουν από το ατελιέ του. Είναι η ημέρα όπου τα αποχωρίζεται εκείνος και τα παραδίδει στο κοινό.
Πηγαίνουμε όλοι προς το σπίτι, ο κήπος είναι γεμάτος δέντρα, ροδιές, ελιές, λεμονιές, μια μεγάλη συκιά, δενδρολίβανα, φιστικιές. Από τα παράθυρα φαίνεται η θάλασσα και το φως μπαίνει από παντού.
Το ατελιέ είναι πεντακάθαρο, όλα τακτοποιημένα, πουθενά μπογιές, πουθενά η παραμικρή ακαταστασία, τα τελάρα, τα πινέλα, τα χαρτιά, τα χρώματα, όλα σχολαστικά στη θέση τους.
Ερχεται κάποιος και σ' τα φροντίζει;
Μου απαντάει σχεδόν αναστατωμένος:
«Τρελάθηκες; Κανείς δεν μπαίνει στο εργαστήριο. Τα κάνω όλα μόνος μου. Αν δεν είναι έτσι τακτοποιημένα, δεν μπορώ να δουλέψω. Μ' αρέσει να γυρίζω και να τα βρίσκω ακριβώς όπως τα άφησα».
Τα έργα είναι όλα γυρισμένα στον τοίχο, από την ανάποδη. Λες και ούτε τώρα, την ώρα όπου τα φορτώνουμε για την γκαλερί, θέλει να μας τα δείξει. Ενα - ένα γυρίζουν προς το μέρος μας. Κανένας μας δεν λέει λέξη. Είναι ακόμη μεσημέρι και το ατελιέ είναι πλημμυρισμένο από ένα ζεστό φως. Το ίδιο φως που βγαίνει και από τα έργα που τώρα είναι απλωμένα μπροστά μας. Ολοι είμαστε συγκινημένοι, όλοι θέλουμε κάτι να πούμε και δεν ξέρουμε αν εκείνος θέλει να το ακούσει. Είναι μια ώρα φορτωμένη συγκίνηση.
Οση ώρα φορτώνανε τα έργα για τον γυρισμό, του ζητήσαμε να μας πει δυο λόγια για την έκθεση αυτή. Δεν του αρέσει η ερώτηση και κάπως εκνευρισμένα απαντάει:
«Είναι η συνέχεια της προηγούμενης δουλειάς, όπως κάποιος που κρατάει ημερολόγιο. Δεν καταλαβαίνω γιατί μερικοί μου λένε πως έχω αλλάξει. Εγώ νομίζω πως τη δουλειά μου μπορείς να τη διαβάσεις όπως ένα βιβλίο».
Ένα βιβλίο με πολλές ιστορίες και μάλιστα με μεγάλους έρωτες και αυτό το διαβάζει κανείς μέσα στα έργα: «Ζευγάρι» - «Αναπόληση» - «Ανοιξη» - «Το κορίτσι που ζωγραφίζει» - «Το κορίτσι που γδύνεται» - «Συνάντηση» - «Αυγή» - «Πανσέληνος», έργα που αποπνέουν ερωτισμό.
Εχουμε φθάσει πια στον Πειραιά. Τελειώνοντας του λέω:
Πολλοί διερωτώνται κάθε φορά πού θα πάει η ζωγραφική σου με τη συνεχή αφαίρεση.
«Αλήθεια; Εγώ αντίθετα πιστεύω πως ακόμη είμαι... πολύ φλύαρος!».
Σφράγισε με το έργο του πολλές δεκαετίες. Και εξακολουθεί να βρίσκεται στην πρωτοπορία της ελληνικής εικαστικής σκηνής. Ο Γιάννης Μόραλης απέχει συνειδητά από εμφανίσεις στα ΜΜΕ, δεν μιλά, δεν δίνει συνεντεύξεις· ζωγραφίζει, όμως, εκφράζει όλα όσα θέλει να πει μέσα από το έργο του.
Συνέντευξη Γιάννη Μόραλη στο Βήμα (1997)
«Δεν με ενδιαφέρει το εμπόριο»
Δεν μου αρέσει να πουλάω τα έργα μου. Ούτε τώρα ούτε παλιότερα. Ξεκίνησα να το κάνω μόνον από ανάγκη». Η σχέση του Γιάννη Μόραλη με την εμπορική πλευρά της τέχνης του υπαγορεύεται από αυτήν ακριβώς την άποψη. Ο ίδιος αρνείται κάθε συζήτηση περί τιμών των έργων του, όπως αρνείται να μπει στο παιχνίδι τού ποιος πουλάει πόσο. Ο ζωγράφος, νούμερο ένα στη λίστα του «Βήματος», σεβόμενος και υποστηρίζοντας απόλυτα τον θεσμό των γκαλερί αφήνει σε αυτές να καθορίζουν τις τιμές των έργων του. Και όταν του φαίνονται «πολύ ακριβές» προσπαθεί να τις κατεβάσει...
Ετσι ακριβώς έκανε και το 1956 όταν πρωτοπούλησε έργα του. «Είχα οικονομική ανάγκη», θυμάται, «όταν η φίλη Νίκη Καραγάτση με έπεισε ότι η μόνη λύση ήταν να πουλήσω έργα μου. Ηταν εκείνη που μου έφερε μια γνωστή της, με μεγάλη περιουσία, για να αγοράσει πίνακες. Οταν η κυρία μου ζήτησε να της πω πόσο κάνουν τα έργα μου, εγώ πολύ ντροπαλά είπα ένα ποσό. Και τότε η Καραγάτση με νοήματα μου έγνεφε να αυξήσω το ποσό. Την άκουσα και πράγματι τα πούλησα πολύ υψηλότερα από ό,τι περίμενα». Και σήμερα πάντως εξακολουθεί να μη νιώθει καλά με τις τιμές. Ενδεικτικό είναι άλλωστε το γεγονός ότι πρόσφατα χάρισε στην Εθνική Πινακοθήκη 28 έργα και 80 σχέδιά του. «Εκεί είναι η θέση τους» λέει, απαντώντας έτσι στους φίλους του που απογοητεύθηκαν όταν έμαθαν ότι αντί να τους πουλήσει τούς χάρισε. «Ακόμη και στην αποθήκη της Πινακοθήκης είναι καλύτερα» προσθέτει.
«Σε όλη του την πορεία υπήρξε ένας πρίγκιπας» λέει για τον Γιάννη Μόραλη η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα. «Με υψηλό ήθος, και στη ζωή του και στη συμπεριφορά του και στην τέχνη του, νομίζω ότι αποτελεί μια μοναδική περίπτωση. Δεν παρασύρθηκε ποτέ από συρμούς. Η ίδια η φύση του τον οδηγούσε πάντα και η φύση του αυτή ήταν και είναι κλασική. Ακόμη και στις αφηρημένες του συνθέσεις ο Μόραλης παραμένει κλασικός, έτσι όπως ορίζεται το κλασικό από την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης». Και τονίζει: «Ο Μόραλης χάραξε μια πορεία ανεξάρτητα από την επιρροή της αγοράς και το γούστο της πελατείας του».
Σε μιαν εποχή όπου τα πορτρέτα του Γιάννη Μόραλη χρυσοπληρώνονταν, ο ίδιος με το χιούμορ που τον διακρίνει τύπωσε κάρτες με ιδιόχειρα γραμμένη τη φράση «Δεν φιλοτεχνώ πλέον προσωπογραφίες», προς απογοήτευση της πελατείας του. «Αυτό το έκανα κυρίως», εξηγεί, «γιατί από ένα σημείο τα πορτρέτα που ήθελα να κάνω δεν ήταν αυτά που περίμενε ο κόσμος. Ηταν πιο αφαιρετικά. Προτίμησα λοιπόν να σταματήσω». Πέραν των προσωπογραφιών ο Μόραλης αρνιόταν πάντα τις «παραγγελίες», επιλέγοντας τον απόλυτα προσωπικό δρόμο έκφρασης. Και αυτός ο δρόμος βρήκε την ανταπόκριση από το κοινό. Δεν ήρθε εκείνος στα γούστα του· έφερε το κοινό στα δικά του.
«Πολύ φοβάμαι πως το όνομα του Γιάννη Μοραλη στους "εμπορικούς" είναι και άσχετο και άτονο» λέει η Πέγκυ Ζουμπουλάκη, ιδιοκτήτρια των ομώνυμων γκαλερί, όπου και εκθέτει ο ζωγράφος. «Υπάρχει νομίζω μια σύγχυση στην έννοια "εμπορικό" και "ακριβό". Το "εμπορικό" μπορεί να είναι "ακριβό", το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και με το "ακριβό" με την έννοια του ανεκτίμητου. Και είναι σίγουρο πως το έργο του Μόραλη ανήκει σε αυτήν την τελευταία κατηγορία». Σύμφωνα με την Π. Ζουμπουλάκη αλλά και με όλους όσοι γνωρίζουν τον καλλιτέχνη, ο Μόραλης δεν έχει πελατειακή σχέση με το έργο του. «Την ώρα που ζωγραφίζει δεν του περνάει καν από το μυαλό ο "μελλοντικός αγοραστής"». Η ίδια σημειώνει ότι ουδέποτε ο Μόραλης συμμετέχει στη σύνταξη του καταλόγου των τιμών των έργων του πριν από κάθε έκθεση. «Δεν με ενδιαφέρει», είναι η δική του απάντηση.
«Είναι χαρακτηριστικό» λέει ο καθηγητής Αγγελος Δεληβορριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, «ότι ο Μόραλης όπως ελάχιστοι ακόμη καλλιτέχνες δεν έχουν την οικονομική έγνοια. Και όλοι τους ανήκουν στην ίδια γενιά. Είναι "άλλη φυλή"». Και αυτό το «άλλη φυλή» παραπέμπει σε μιαν από αυτές τις ιστορίες που έχουν μείνει πια σαν ανέκδοτα, τις οποίες και διηγείται ο Μόραλης για δύο τυχαίους επισκέπτες μιας έκθεσης του Εγγονόπουλου, οι οποίοι μην μπορώντας να αντιληφθούν τις μορφές του Εγγονόπουλου είπαν ο ένας στον άλλον: «Είναι άλλη φυλή».
«Όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενα» επανέρχεται η Π. Ζουμπουλάκη, «σε μιαν εποχή όπου πολλά "ταλέντα" βγαίνουν στην αγορά σαν καταναλωτικά προϊόντα, εκείνος, απόμακρος - άσχετος με όσα συμβαίνουν στους κοσμικούς κύκλους, στα ατελιέ και στο παραεμπόριο, ζει στον δικό του κόσμο. Το εργαστήριό του είναι απρόσιτο στους τρίτους και η εμπορικότητα δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβληματισμούς του».
Μετά την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών πηγαίνει στη Ρώμη και στη συνέχεια στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ο πόλεμος τον αναγκάζει να επιστρέψει. Έκτοτε δεν ξανάφυγε για το εξωτερικό, πέραν της συμμετοχής του στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1958, μαζί με τον Τσαρούχη και τον Σώχο. Η αποδοχή και η καθιέρωσή του δεν άργησαν να έρθουν. Η Ευρώπη δεν λειτούργησε ποτέ ως δέλεαρ. «Ο Μόραλης», λέει για το θέμα η διευθύντρια της Πινακοθήκης, «διαισθανόταν τη ματαιότητα της προσπάθειας να βγει προς τα έξω γιατί είναι σοφός. Και ένας αληθινά σοφός καλλιτέχνης θέλει να ξέρει σε ποιον απευθύνεται. Η πραγματικά μεγάλη τέχνη ριζώνει κάπου. Για να γίνεις διεθνής πρέπει πρώτα να είσαι εθνικός. Γι' αυτό και τον ικανοποιούσε η αποδοχή που είχε μέσα στο ελληνικό πλαίσιο».
Καλλιτέχνης που αγαπάει την τάξη και την αφανή γεωμετρία ο Μόραλης είναι ανθρωποκεντρικός σε όλη την πορεία του έργου του· τα τοπία κατέχουν μια ελάχιστη θέση στην εργογραφία του. Ερωτικός ζωγράφος, με κάθε έργο του επιχειρεί έναν διάλογο ανάμεσα στα δύο φύλα. «Οσο και αν αυτό δεν είναι ευδιάκριτο εκ πρώτης όψεως, το έργο του Μόραλη», λέει ο Α. Δεληβορριάς, «καταγράφει την ιστορική διαδρομή αυτού του τόπου και μάλιστα με μιαν ιδιαίτερη αισθαντικότητα αλλά και οξύνοια. Ο Μόραλης και αισθάνεται και σκέφτεται πολύ». Για την Μ. Λαμπράκη - Πλάκα το έργο του «χαρακτηρίζεται από μια σοβαρότητα· είναι υπερχρονικό και οι συνθέσεις του έχουν μια στοχαστικότητα και μιαν υπόγεια μελαγχολία. Οι μορφές του χαίρονται τη ζωή αλλά βλέπουν και μακριά».
Το 1963 ο Μόραλης έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στην αίθουσα του ξενοδοχείου Χίλτον. Είχε προηγηθεί η γραμμική του σύνθεσή στη ΒΔ και στη ΝΑ πλευρά του αθηναϊκού ξενοδοχείου. Από το 1972 εκθέτει στην γκαλερί Ζουμπουλάκη ενώ έχει πραγματοποιήσει αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη (το 1988) καθώς και έκθεση στην Ακαδημία Αθηνών (1996). Παράλληλα ασχολήθηκε με τη χαρακτική και την εικονογράφηση βιβλίων (του Ελύτη, του Σεφέρη), έκανε τοιχογραφίες και σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για το ελληνικό θέατρο (Εθνικό, Τέχνης, και για το Χοροθέατρο της Ραλλούς Μάνου). Μέσα στα χρόνια που πέρασαν ο καλλιτέχνης εγκατέλειψε την παραστατική ζωγραφική και προχώρησε σε μια αφαιρετική - γεωμετρική εικαστική δημιουργία, που εξακολουθεί να τον βασανίζει. «Ενα έργο μου» λέει ο ίδιος «πρέπει πρώτα να ικανοποιεί τα δικά μου μάτια. Πολλές φορές βασανίζομαι με έναν πίνακα. Ψάχνω αυτό που μου λείπει και δεν το βρίσκω. Και ξαφνικά, ακόμη και ύστερα από καιρό συνειδητοποιώ ότι έλειπε μία και μόνη γραμμή· τη βάζω και τότε ησυχάζω».
Γενναιόδωρη, χορταστική, χυμώδης, με φρεσκάδα που ευφραίνει τις αγωνίες της ψυχής και με ευαισθησία που κινητοποιεί τους μηχανισμούς της συναισθηματικής αφύπνισης. Ετσι χαρακτηρίζει ο Αγγελος Δεληβορριάς τη ζωγραφική του Μόραλη για την οποία τονίζει ότι «δεν χρειάζεται τις ευλογίες της κριτικής» ενώ αναφέρεται και στην «ελληνικότητα των μεταμορφώσεων της ζωγραφικής του».
Και αν κάποιος προσπαθήσει να ξεχωρίσει το πριν από το τώρα στο έργο του σε τι συμπέρασμα θα κατέληγε; «Κάθε καλλιτέχνης δεν κρίνεται με έργα αλλά με τη συνολική του παρουσία» απαντά η Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα. «Και η παρουσία του Μόραλη έχει μια μοναδική συνέπεια. Κάθε έργο του συμπληρώνει την πορεία του. Για μένα όλα του τα έργα είναι ισάξια. Ο Μόραλης έχει μια συνέπεια προς το μορφικό του πεπρωμένο. Για μένα είναι ένας ζωγράφος που έχει παραμείνει αταλάντευτα προσηλωμένος στο προσωπικό του όραμα για την τέχνη. Και πρέπει να πω ότι κάθε φορά που ξένοι βλέπουν έργα του μένουν άναυδοι».
Για τον ίδιο δεν τίθεται διόλου το ερώτημα. Η πορεία του είναι αυτή που καταγράφεται από τα έργα του, γιατί έτσι του υπαγόρευσε η ψυχή και το ταλέντο του. Αλλωστε ανήκει σε εκείνους που υποστηρίζουν ότι «δεν μπαίνουν σάλτσες στην τέχνη». Και όσο ανοιχτός είναι στη κουβέντα και στην καλή παρέα τόσο κλειστός παραμένει στις συνεντεύξεις (τις οποίες αρνείται να δώσει) και στις φλυαρίες. Ενώ κλειστή παραμένει και η πόρτα που οδηγεί στο εργαστήριό του στην Αίγινα. Εκεί ελάχιστοι έχουν το δικαίωμα εισόδου.
Τον περασμένο Μάρτιο ο Γιάννης Μόραλης εξέθεσε την τελευταία του δουλειά στην γκαλερί Ζουμπουλάκη της πλατείας Κολωνακίου. Ολα τα έργα του πουλήθηκαν, τα περισσότερα μεγάλων διαστάσεων. Οι τιμές τους κυμάνθηκαν από τέσσερα ως οκτώ εκατομμύρια δραχμές. «Ετσι πουλιούνται σε κάθε έκθεση» λέει η Πέγκυ Ζουμπουλάκη. «Είναι δε ο μόνος καλλιτέχνης», επισημαίνει, «στον οποίον η γκαλερί προτείνει τιμές και εκείνος προσπαθεί να τις... προσγειώσει». Το αγοραστικό του κοινό αποτελείται κυρίως από συλλέκτες, ιδιώτες ή μεγάλες δημόσιες συλλογές. Οι θαυμαστές του όμως είναι κάθε ηλικίας. Οχι ιδιαίτερα παραγωγικός ο Γιάννης Μόραλης δεν ανήκει στους ζωγράφους έργα των οποίων συναντά κανείς συχνά σε δημοπρασίες. Και αν όλα τα τελευταία του έργα αγοράζονται, πολλοί είναι εκείνοι που αναζητούν έναν πίνακα της πρώτης παραστατικής του περιόδου. Σπανίως όμως βγαίνουν στην αγορά παλιά του έργα, των οποίων οι τιμές θεωρούνται υψηλότερες από αυτές των πρόσφατων δημιουργιών του, έστω και αν οι διαστάσεις τους είναι μικρότερες.
Ένας σπουδαίος Έλληνας του 20ου αιώνα. Ο Γιάννης Μόραλης, ο ζωγράφος που μας έμαθε να βλέπουμε. Ο «προσκυνητή» της ζωγραφικής.
Τα τελευταία καλοκαίρια ο γιατρός, εκτός από ορισμένες μικρές απολαύσεις όπως το απογευματινό ουίσκι, του είχε απαγορεύσει να ζωγραφίζει, γεγονός που τον πίκραινε πολύ. Προσπαθώντας να ξεπεράσει τη στενοχώρια του για την αποχή από τον καμβά, κάθε φορά που πήγαινε για εξετάσεις στον παθολόγο του, έλεγε γελώντας: «Πάω στον Αλμούνια μου. Ποιος ξέρει τι περιορισμούς θα μου βάλει τώρα...». Πέθανε την Κυριακή στο σπίτι του σε ηλικία 93 ετών και η Μαργαρίτα Πουρνάρα διαλέγει να τον αποχαιρετήσει με τον αγαπημένο του στίχο του Σεφέρη:
"Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης".
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Γ. Μόραλης, Άγγελοι, μουσική, ποίηση, εκδ. Μουσείου Μπενάκη (κατάλογος έκθεσης), Αθήνα 2001. ISBN 9608452872.
Γ. Μπόλης, Γιάννης Μόραλης, εκδ. Αδάμ Κώστας, Αθήνα 2005. ISBN 960884097X.
Ένα χριστουγεννιάτικο μπαζάρ, τα έσοδα από το οποίο θα δοθούν για φιλανθρωπικό σκοπό, θα λειτουργεί μέχρι και τις 20Δεκεμβρίου στον εκθεσιακό χώρο του Δήμου Κοζάνης. Το μπαζάρ διοργανώνουν οι μαθητές του Εικαστικού Εργαστηρίου «Υαλόκοσμος» με τη στήριξη της ΔΕΠΑΚ, ενώ τα έσοδα από τις πωλήσεις των αντικειμένων θα δοθούν για την κάλυψη των αναγκών των παιδιών των Ιδρυμάτων της «Στέγης» και της «Κιβωτού».
Το μπαζάρ εγκαινιάστηκε το απόγευμα της Δευτέρας και από τότε αρκετοί είναι αυτοί που πέρασαν από τον εκθεσιακό χώρο του Δήμου και είδαν από κοντά τις όμορφες και χρηστικές δημιουργίες των μαθητριών του εργαστηρίου, από γυαλί και όχι μόνο. Όπως ανέφερε στον «Πρωινό Λόγο» η Κατερίνα, μια από τις μαθήτριες του Εργαστηρίου, «αυτή είναι μια προσπάθεια δέκα γυναικών που δουλεύουμε στο Εικαστικό Εργαστήρι «Υαλόκοσμος» και αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι για τα Χριστούγεννα, να βοηθήσουμε κάποια παιδιά, να κάνουμε μια καλή πράξη. Κάναμε αυτή την έκθεση, με σκοπό τα χρήματα που θα μαζέψουμε να τα δώσουμε στα παιδιά της «Στέγης» και της «Κιβωτού»». Η ίδια απηύθυνε το δικό της κάλεσμα στον κόσμο να ενισχύσει το έργο του που γίνεται, ενώ κατέληξε λέγοντας πως «καλό είναι να βοηθάμε τους συνανθρώπους μας όλες τις ημέρες και όχι μόνο τώρα τις γιορτές».
Στο μπαζάρ μπορεί κανείς να βρει χρηστικά είδη από γυαλί σε πολλά και διαφορετικά σχέδια και χρώματα (όπως κεριά, ρεσό, πιατέλες, λάμπες και πορτατίφ, φρουτιέρες, κάδρα από γυαλί κ.α.), πίνακες ζωγραφικής, γυάλινα κοσμήματα και πολλά ακόμα αντικείμενα που μπορείτε να κρατήσετε για εσάς ή να τα χαρίσετε αυτές τις Άγιες μέρες στα αγαπημένα σας πρόσωπα.
Η Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού, Αθλητισμού και Κοινωνικής Πολιτικής Κοζάνης, εγκαινίασε την Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009, στον εκθεσιακό χώρο του Δήμου Κοζάνης (έναντι Ι.Μητρόπολης), την έκθεση του ζωγράφου Μανώλη Δραγώγια.
Ο Μανώλης Δραγώγιας γεννήθηκε στη Λευκοπηγή Κοζάνης το 1933. Ο τόπος που έζησε τα παιδικά του χρόνια ο ζωγράφος του πρόσφερε τα πρώτα ερεθίσματα για την καλλιτεχνική διαδρομή του.
Το 1962 εγκαθίσταται στο Αμβούργο της Γερμανίας όπου εμβαθύνει στην ζωγραφική στο εργαστήρι του Άλ. Γκεόρκυ για ενάμιση χρόνο. Μαθαίνει την τεχνική της σπάτουλας και εκεί δέχεται τις επιδράσεις του εμπρεσσιονισμού.
Το 1964 επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και διδάσκει στην ιδιωτική σχολή Κοραή.
Με εκθέσεις του σε όλη τη Μακεδονία, μέσα από τοπία της Κοζάνης, της Βέροιας, της Καστορίας, του Γράμμου και της Χαλκιδικής, δίνει πίσω στις πόλεις τις μνήμες που του χάρισαν. Έχει για δασκάλους τον Αϊβαζόφσκι, Ρώσο ζωγράφο πριν την επανάσταση, με τις θαλασσογραφίες του και τον Σίσκιν στη ζωγραφική του δάσους.
Στο Κάτω Σχολάρι της Θεσσαλονίκης, φεύγοντας από το κέντρο της πόλης το 1987, αναπολεί τα χρώματα της γης, του ουρανού, της θάλασσας, τις πέτρες, τα καΐκια, τα φαγωμένα σχοινιά, τους ταρσανάδες, τους κορμούς των δέντρων που έφαγε ο καιρός και τα τοπία του μακεδονικού και ιδιαίτερα του δυτικομακεδονικού χώρου.
Στα δημιουργήματά του διακρίνεται ο πλούσιος εσωτερικός του κόσμος που μεταφέρει πάντα στους πίνακές του, εξωτερικεύοντας μέσα από σχήματα, χρώματα και φως ότι είναι μέσα του συσσωρεμένο, ώστε να μπορεί κανείς να αναγνωρίσει νοήματα, αισθήματα, ανθρώπινες λαχτάρες και πόθους.
Ο Μανώλης Δραγώγιας επανέρχεται στον τόπο που γεννήθηκε και μας δίνει έτσι την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με τα έργα του.
Έργα του Μανώλη Δραγώγια συναντάμε στο Δημαρχείο Κοζάνης και στο Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης αλλά και στο Μουσείο Μακεδονικού αγώνα στο Μπούρινο.
Ο Μανώλης Δραγώγιας είπε για τα έργα του:
Κύριε Δραγώγια πώς νιώθετε που εκθέτετε τα έργα σας για άλλη μια φορά στην Κοζάνη;
Όπως νιώθει ένας καλλιτέχνης όταν ύστερα από πολύ κόπο και πολύ μόχθο, βλέπει τις προσπάθειές του να πραγματοποιούνται. Η έκθεση είναι πάντα μια ανταμοιβή για έναν καλλιτέχνη. Η δουλειά αυτή είναι πολλών ετών. Δεν έχει τη χροιά της αναδρομικής έκθεσης, τα περισσότερα έργα που βλέπετε εδώ μέσα είναι των τελευταίων 2 χρόνων. Πριν από 3 χρόνια έκανα ξανά έκθεση στην Κοζάνη αλλά από εκείνα τα έργα έχω ελάχιστα εδώ, όλα τα άλλα είναι καινούρια.
Από ό,τι μπορώ να διακρίνω, τα θέματά σας αφορούν κυρίως στην οικογένεια αλλά και στη θάλασσα.
Υπάρχουν πολλά θέματα. Κυρίως όμως το οικογενειακό. Έχω την παραδοσιακή ακινησιογραφία, κυρίως του προπερασμένου αιώνα. Εκείνη τη θεματογραφία δηλαδή της σχολής του Μονάχου, με συγκινεί ιδιαίτερα εκείνη η σχολή. Όσο για το υγρό τοπίο, γενικώς το ελληνικό τοπίο είναι πολύ όμορφο, είναι όλο ήλιος. Παρ' όλο που είμαι βουνίσιος, η θάλασσα με τραβάει!
Έχετε προγραμματίσει την επόμενή σας κίνηση, μετά το πέρας αυτής της έκθεσης;
Δεν προγραμματίζω, γιατί συνήθως όταν προγραμματίζεις δεν πετυχαίνεις.
Σε ερώτηση της εφημερίδας “ΔΥΤΙΚΗ” που αφορούσε στο πολυσυζητημένο έργο του κ. Δραγώγια το οποίο απεικονίζει τη σύζυγό του, μας απάντησε: “Η γυναίκα μου είναι φωτογραφία μέσα στην καρδιά μου, οπότε τη ζωγράφισα. Την έκθεση την αφιερώνω στη γυναίκα μου, της το χρωστούσα”.
Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 15 μέχρι και τις 30 Νοεμβρίου με ώρες λειτουργίας 11:00 με 14:00 και 18:00 με 21:00.
Το 5Οο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, με ορμητήριο τη Θεσσαλονίκη, απλώνεται και φέτος στην Ελλάδα με τη συνεργασία τοπικών φορέων. Δεκαεπτά πόλεις, μεταξύ των οποίων και η πόλη της Κοζάνης, επισκέπτονται φέτος οι Περιφερειακές Εκδηλώσεις, έναντι έντεκα πέρυσι, ταξιδεύοντας το σινεφίλ κοινό ανά την Ελλάδα σε ό,τι πιο ενδιαφέρον και ανατρεπτικό προτείνει το 50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η Αλεξανδρούπολη, η Βέροια, ο Βόλος, τα Γρεβενά, η Έδεσσα, το Ηράκλειο, τα Ιωάννινα, η Καβάλα, η Καστοριά, το Κιλκίς, η Κοζάνη, οι Σέρρες, η Φλώρινα, η Πάτρα, το Ρέθυμνο, τα Χανιά και ο Άγιος Νικόλαος Κρήτης είναι οι πόλεις που θα φιλοξενήσουν φέτος μια επιλογή ταινιών από το πρόγραμμα του 50ου Φεστιβάλ, από τις 21 Νοεμβρίου έως τις 5 Δεκεμβρίου.
Η διοργάνωση των Περιφερειακών Εκδηλώσεων εναρμονίζεται με την επιθυμία του Φεστιβάλ να φέρει σε επαφή τους ενδιαφερόμενους και εκτός Θεσσαλονίκης με την πρόσφατη ελληνική και ξένη κινηματογραφική παραγωγή. Μάλιστα φέτος, σε δύο πόλεις, το πρόγραμμα θα εμπλουτιστεί με τρεις συναυλίες. Πιο συγκεκριμένα στην Αλεξανδρούπολη στις 22 Νοεμβρίου θα δώσει μια συναυλία ο Βαγγέλης Κοντόπουλος, στον Βόλο, στις 28 Νοεμβρίου θα δώσει μία συναυλία η Picccolo Orchestra Populare ενώ στο Κιλκίς, στις 26 Νοεμβρίου θα εμφανιστεί το συγκρότημα Infidelity. Να σημειωθεί πως οι προβολές στην πόλη της Κοζάνης θα πραγματοποιηθούν στο κινηματοθέατρο «Ολύμπιον», όπως, άλλωστε, συνέβη και τα τελευταία χρόνια.
Παραθέτουμε το πρόγραμμα της Κοζάνης και των γειτονικών πόλεων:
ΚΟΖΑΝΗ (Κινηματογράφος Ολύμπιον)
Τρίτη 01 Δεκεμβρίου
20:30 (τελετή έναρξης) Ο Διαχειριστής
Τετάρτη 02 Δεκεμβρίου
20:00 Το γάλα της θλίψης
22:00 Η εκδίκηση της Καταλίν Βάργκα
ΓΡΕΒΕΝΑ (Κέντρο Πολιτισμού)
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου
19:30 (τελετή έναρξης) Μικρές Εξεγέρσεις
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου
19:30 Το γάλα της θλίψης
21:30 Η Εκδίκηση της Καταλίν Βάργκα
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου
19:30 Η Αυγή της απόδρασης
21:30 Ο Διαχειριστής
ΦΛΩΡΙΝΑ (Πολιτιστικό Κέντρο αίθουσα «Θόδωρος Αγγελόπουλος»)
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου
20:30 (τελετή έναρξης) Ο Διαχειριστής
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου
19:00 Η αυγή της απόδρασης
21:00 Μικρές εξεγέρσεις
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου
19:00 Το γάλα της θλίψης
21:00 Η Εκδίκηση της Καταλίν Βάργκα
ΚΑΣΤΟΡΙΑ (Επιμελήτηριο Καστοριάς)
Κυριακή 29 Νοεμβρίου
21:00 (τελετή έναρξης) Ο Διαχειριστής
Δευτέρα 30 Νοεμβρίου
21:30 Μικρές Εξεγέρσεις
Με αφορμή την επίσκεψη του ζωγράφου Ντραγκίσα στο ειδικό εργαστήρι της κλινικής ΣΠΙΝΑΡΗ, επισκεφτήκαμε την Κλινική προκειμένου να δούμε από κοντά τις δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα εκεί και αφορούν την ψυχολογική υποστήριξη των συνανθρώπων μας που το έχουν ανάγκη. Η κ. Νέλλη Σπινάρη μας εξήγησε ότι το εικαστικό εργαστήρι ξεκίνησε το 2000 με πρωτοβουλία της, προκειμένου να δοθεί το δικαίωμα της έκφρασης και εξωτερίκευσης συναισθημάτων και σκέψεων αλλά και δημιουργικής ενασχόλησης σε ανθρώπους που το έχουν πραγματικά ανάγκη. Η πρωτοβουλία αυτή, όπως μας τόνισε, δεν συμπεριλαμβάνεται στις συμβατικές υποχρεώσεις της κλινικής. Δεν υποστηρίζεται από κανέναn φορέα, ούτε χρηματοδοτείται από κάποιο πρόγραμμα, αλλά θεωρείται από την ίδια και τους ειδικούς ως διαγνωστικό και θεραπευτικό μέσο.
Η κ. Γκόγκου Κύρα η οποία είναι κλινική ψυχολόγος στην Ψυχιατρική Κλινική "Σπινάρης", αναφέρει ότι έχει παρατηρήσει αλλαγές στη συμπεριφορά των ασθενών μετά από εικαστικές εκδηλώσεις.
Το να γνωρίζουν καινούρια πράγματα είναι κάτι που τους ευχαριστεί, όπως τον καθένα μας άλλωστε. Επικοινωνούν, συναναστρέφονται με νέο κόσμο. Ότι καινούριο τους ευχαριστεί γενικότερα. Μετά από τέτοιες εκδηλώσεις, έχουν την επιθυμία να συζητήσουν αυτά που έμαθαν, τόσο μεταξύ τους όσο και με εμάς. Πολλές φορές, επιζητούν το να γίνονται τέτοιες εκδηλώσεις εδώ στο χώρο της κλινικής, να έρθουν σε επαφή με νέο κόσμο, γιατί συνήθως ζητούν να βγούν έξω, έστω για έναν καφέ, να αλλάξουν παραστάσεις. Σίγουρα τους αρέσει, επειδή είναι κάτι δημιουργικό αλλά και διαφορετικό. Το ότι ασχολούνται με κάτι διαφορετικό πέρα από τα συνηθισμένα του τύπου "να πάρω τα φάρμακά μου, να κοιμηθώ, να φάω", είναι ιδιαίτερα σημαντικό και τους βοηθάει. Από εκεί και πέρα, εξαρτάται από την κατάσταση του καθενός προσωπικά το κατά πόσο θα συνεχίσει να βρίσκεται στην ίδια ψυχολογική κατάσταση. Κυρίως η ζωγραφική τους βοηθά να εκφραστούν, να βγάλουν από μέσα τους πράγματα που λεκτικά δε θέλουν να εκφράσουν. Το γεγονός ότι απλά και μόνο το βγάζουν από μέσα τους, είναι θετικό. Επικοινωνούν με αυτόν τον τρόπο.
Ο Ντραγκίσα (Τσόσιτς) γεννήθηκε το 1951 στο Νέγκοτιν Σερβίας. Τελείωσε την Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία και σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Νόβι Σαντ με δασκάλους τον Ζίβκο Τζακ και Χαλίλ Τίκβες. Έπειτα, ολοκλήρωσε τις σπουδές του με μεταπτυχιακό στη χαρακτική στην Ακαδημία του Βελιγραδίου, όπου στη συνέχεια δίδαξε για 26 χρόνια.
Τα έργα του αποτελούν μια απάντηση σ΄αυτούς που αντιμετωπίζουν την τέχνη ως μέσο προπαγάνδας ή ακόμα ως εννοιολογικό σύστημα, γιατί όπως λέει και ο ιστορικός τέχνης Μάρκος Βλάχος «συλλαμβάνουν …την ρευστότητα της ζωής, τους φόβους και τις αγωνίες και τις επιθυμίες του ατόμου. Η εξπρεσιονιστική γραφή που επιλέγει … αποτελεί μια επιλογή που μεταφέρει τις προαιώνιες επιθυμίες του ανθρώπου». Κύριο χαρακτηριστικό του αποτελεί η ποιητική του. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο του είναι η επιρροή του από τα όπως λέει ο ίδιος «βλάχικα παιδικά χρόνια».
Ο κ. Ντραγκίσα Τσόσιτς, μιλώντας για το πως αισθάνεται που βρίσκεται στο ειδικό εργαστήρι της κλινικής, είπε:
"Θα ήθελα να σας πώ ότι είναι τιμή μου που βρίσκομαι σήμερα εδώ, σε εσάς. Πιστέψτε με, το κάνω από αληθινή αγάπη. Ήμουν καθηγητής – δάσκαλος τέχνης στη Σερβία για 26 χρόνια και η καρδιά μου είναι σε όλα αυτά τα παιδιά. Είμαστε όλοι παιδιά του Θεού αλλά και στη ζωή. Είναι πολύ σημαντικό, διότι τον τελευταίο μήνα βρίσκομαι εδώ, στην περιοχή σας. Πραγματοποιήσαμε την Έκθεση στην Πτολεμαΐδα με μεγάλη επιτυχία και πραγματικά νιώθω ικανοποίηση από την συμμετοχή του κόσμου. Από το Σάββατο ξεκινάει η Έκθεση και στην Κοζάνη και πιστεύω πως είναι μία καλή ευκαιρία να μην καθόμαστε και να ζωγραφίζουμε σε αυτόν εδώ το χώρο μόνο σήμερα, αλλά και την άλλη εβδομάδα. Ο χώρος αυτός είναι πραγματικό, αληθινό εργαστήρι και πιστεύω ότι τα παιδιά θα ζωγραφίσουν και μάλιστα ωραία έργα!".
Ξεκινώντας από τις βασικές αρχές σχεδίου κοσμήματος μπορούμε να χωρίσουμε την σπουδή σε δυο ενότητες:
- Χειροποίητο κόσμημα και - Χυτό κόσμημα.
Στο χειροποίητο κόσμημα διδάσκεται η επεξεργασία μετάλλων δουλεύοντας με αλπακά, μπρούντζο και ασήμι.
Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται είναι: σεγάρισμα, λίμα, σφυρηλάτηση και συγκόλληση μετάλλων. Επίσης διδάσκονται διάφορες υφές μετάλλων όπως ρυτίδωση, χάραξη και ένθεση άλλων υλικών (πέτρες με τη δημιουργία καστονίων και άλλα, ανάλογα με την έμπνευση του κάθε μαθητή.
Η προσπάθεια είναι να εργαστούμε πάνω σε προσωπικές μας εμπνεύσεις. Έτσι ξεκινώντας από το σχέδιο, φθάνουνουμε στην τελική πραγματοποίηση του κοσμήματος έχοντας την χαρά της δημιουργίας που είναι εξ'ολοκλήρου προσωπική.
Ο Δημήτρης Πιτερός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Ο ερχομός του σε νεαρή ηλικία στην Κρήτη ήταν το έναυσμα για εκδήλωση της καλλιτεχνικής του ανησυχίας. Η επαφή του με το φυσικό περιβάλλον τον ευαισθητοποίησε στο να συλλέγει οτιδήποτε θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμο στην εικαστική του έκφραση και δημιουργία.
Στα έργα του χρησιμοποιεί αποκλειστικά φυσικά υλικά όπως ρίζες, κορμούς δέντρων, ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα, φελλούς, σκουριασμένα σίδερα, σκοινιά, όστρακα...
Στόχος του είναι να προβάλλει τη ζωή και την κίνηση, να ξυπνήσει ανθρώπινες μνήμες και να αναδείξει το απέριττο κάλλος της φύσης.
Δραστηριοποιείται από το 2000, δημιουργώντας το δικό του Εργαστήρι Ξυλοσύνθεσης και προσπαθώντας με ευρηματικότητα και φαντασία να συνθέσει αντικείμενα διακοσμητικά και χρηστικά.
Η Φύση χαρίζει απλόχερα την πρώτη ύλη και την έμπνευση. Το ανθρώπινο χέρι συνθέτει και δημιουργεί. Ατελείωτες βόλτες στη θάλασσα, στο βουνό και στις όχθες των ποταμών για τη συλλογή των πολύτιμων αγαθών...
Δημιουργίες με μεράκι, αντικείμενα τέχνης διακοσμητικά και χρηστικά, αποκλειστικά από φυσικά αγαθά: Ξύλα που ξεβγάζει η θάλασσα, ρίζες, κορμοί δέντρων, σκουριασμένα σίδερα, σκοινιά, φελλοί, δίχτυα, όστρακα...
Η 3η ατομική έκθεση, χειροποίητων έργων τέχνης από ξύλο και φυσικά υλικά του Δημήτρη Πιτερού με τίτλο "ΤΙΜΕ", στη Δημοτική Πύλη Αγίου Γεωργίου, στην πλατεία Ελευθερίας Ηρακλείου, θα εγκαινειαστεί τη Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009, στις 19:00. Θα διαρκέσει από τις 16-19/11/2009.
Χουάν Μιρό: Μακέτα Εl Gossos VΙΙΙ, 1978, γκουάς, παστέλ, μελάνι εκτύπωσης και κολλάζ σε χαρτί.
O Χουάν Μιρό λάτρευε τη χαρακτική και ο Σαλβαντόρ Νταλί τη λογοτεχνία. Οι δύο κορυφαίοι ζωγράφοι, εκτός από τον κοινό τόπο καταγωγής (Καταλανία), είχαν και άλλη μία κοινή αγάπη, την εικονογράφηση βιβλίων.
Ο πρώτος εξερεύνησε την ιδιαίτερη αυτή μορφή τέχνης χαράσσοντας τις φόρμες που άλλοτε ζωγράφιζε.
Ο δεύτερος, ως μανιώδης αναγνώστης αλλά και συγγραφέας, αρεσκόταν στο να ντύνει με εικόνες βιβλία ξακουστά, όπως ο «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, αλλά και πολλά άλλα, λιγότερο γνωστά μα εξίσου σημαντικά στο σύμπαν αυτής της πολυσχιδούς ιδιοφυΐας.
Εχοντας ήδη γοητεύσει το κοινό της Θεσσαλονίκης, η έκθεση «Dalibros» («Ο Νταλί και τα βιβλία») θα φιλοξενείται από την αύριο ως τις 30 Ιανουαρίου 2010 στο Ινστιτούτο Θερβάντες.
Οσο για τη μακεδονική πρωτεύουσα, βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να φιλοξενεί την έκθεση «Ο Μιρό της Μαγιόρκα και τα εργαστήρια σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας» από το Σάββατο 14 Νοεμβρίου ως τις 7 Ιανουαρίου 2010 (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης).
«“Για μένα η χαρακτική είναι μια ανώτερη μορφή έκφρασης” μου είπε ο Μιρό. “Αποτέλεσε μέσο για να απελευθερωθώ, να επεκταθώ, να ανακαλύψω νέα πράγματα, παρ΄ ότι στην αρχή ήμουν αιχμάλωτος των περιορισμών της, ορισμένων εργαλείων και κάποιων συνταγών με υπερβολική εξάρτηση από την παράδοση. Ο αυταρχισμός του εργαλείου ηττήθηκε σταδιακά. Μπορεί να χρησιμοποιήσω ένα καλέμι ή ένα κοπίδιαλλά και τα δάχτυλα, τα χέρια, ένα καρφί ή ένα παλιό κατσαβίδι”» παραθέτει ο Ζακ Ντυπέν στον πρόλογο του βιβλίου «Ο Μιρό χαράκτης Ι». Οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να δουν 47 χαρακτικά έργα του Μιρό από τις σειρές «Τα σκυλιά», «Ιδρυμα Πάλμα» και «Οι άνθρωποι της θάλασσας» από την περίοδο 1974-1981.
Παράλληλα θα εκτίθενται έργα 27 σύγχρονων εικαστικών καλλιτεχνών, βραβευμένων με τις υποτροφίες Ρilar Juncosa & Sotheby΄s, οι οποίοι φιλοξενήθηκαν και δούλεψαν στα εργαστήρια της Μαγιόρκα, στους ίδιους χώρους που διήνυσε ο ίδιος ο Μιρό κατά την τελευταία δημιουργική περίοδο της ζωής του. Την έκθεση επιμελείται ο Μάριος Ελευθεριάδης.
Εικονογράφηση εξωφύλλου του βιβλίου «Speak of the devil» (κείμενα διαφόρων) με την υπογραφή του Σαλβαντόρ Νταλί.
Α συγκίνητος από την τέχνη της εικονογράφησης δεν έμεινε ούτε ο Νταλί, ο οποίος, όπως και ο Μιρό, ενθουσιαζόταν από την ιδέα ότι ξαφνικά δεν υπάρχει ένα μοναδικό έργο τέχνης, όπως συνέβαινε με τη ζωγραφική, αλλά εμφανιζόταν ένας μεγάλος αριθμός αντιτύπων των δημιουργιών.
Η έκθεση «Dalibros», που οργανώνεται από το Ιδρυμα GalaSalvador Dali, τον προσεγγίζει ως συγγραφέα, αναγνώστη και εικονογράφο. Η προσωπική βιβλιοθήκη του περιελάμβανε 4.337 βιβλία κάθε είδους. Τα 228 από αυτά φέρουν στα λευκά τους περιθώρια επίμονα σχέδια και ρηξικέλευθες σημειώσεις. Εκτός από τις περίτεχνες εκδόσεις της συλλογής του, εκτίθεται και μια σειρά φωτογραφιών με τον ίδιο να ποζάρει αυτάρεσκα, πάντα συντροφιά με ένα ή περισσότερα βιβλία. Την έκθεση επιμελείται η Μόντσε Αγκέρ, διευθύντρια του Κέντρου Μελετών για τον Νταλί. Οι ποιητές τον μύησαν στις γραφικές τέχνες
Στο πλαίσιο του εφετινού 50ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα προβάλλεται μεταξύ 14 και 23/11 στον εξωτερικό χώρο της Αποθήκης Β1 στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης το ντοκυμαντέρ «Τα φωσφορίζοντα ίχνη των σαλιγκαριών». Το φιλμ προτείνει μια αναδρομή σε εκείνη τη δημιουργική στιγμή που ο Μιρό έβαλε χρώμα στα όνειρά του. Ο ίδιος μυήθηκε στις γραφικές τέχνες χάρη στη σχέση του με έναν κύκλο ποιητών και συγγραφέων που γνώρισε γύρω στο 1925 στο Παρίσι. Ξεκίνησε εικονογραφώντας βιβλία πολλών συγγραφέων, όπως ο Πολ Ελυάρ, στις γραφικές τέχνες αφοσιώθηκε όμως στη δεκαετία του 1960 παράγοντας χιλιάδες εκτυπώσεις και περισσότερα από 100 εικονογραφημένα βιβλία.
«Γιατί το Όμορφο δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού, που μόλις το αντέχουμε και το θαυμάζουμε τόσο επειδή δεν καταδέχεται να μας συντρίψει».
Με αφορμή το απόσπασμα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, 25 Έλληνες εικαστικοί (Δ. Καβαλιεράτος, Χ. Κοντοσφύρης, Σ. Φαϊτάκης, A. Ψυχούλης κ.ά.) παρουσιάζουν πρωτότυπα έργα τους (ζωγραφικά, σχέδια, γλυπτά, κατασκευές, βίντεο, animation, μουσική, περφόρμανς) που εκπέμπουν μια σκοτεινή και μελαγχολική ομορφιά συνομιλώντας με το Goth, τον Ρομαντισμό, το Μπαρόκ και το Γκροτέσκο.
Η έκθεση «Το Όμορφο δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού» (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, 17 Οκτωβρίου - 10 Ιανουαρίου, Μονή Λαζαριστών, επιμέλεια Απόστολου Καλφόπουλου) επιχειρεί να διερευνήσει τις έννοιες του τρομερού και του ανοίκειου, τη σχέση τους με την τέχνη και την ομορφιά, την επικαιρότητά τους στο «εδώ και τώρα». Αλλά επιχειρεί να το κάνει με επίκεντρο την ελληνική ιδιαιτερότητα, με κεντρικό άξονα μια παραγνωρισμένη, παρεξηγημένη, ίσως ντεμοντέ μα σίγουρα πλούσια εντοπιότητα, που δεν είναι σφραγισμένη αλλά ανοικτή, μεταβαλλόμενη και αλληλέγγυα με το περιβάλλον της.
Οι τελετουργίες του Δωδεκαήμερου, τα Καρναβαλικά Δρώμενα, τα Ανθρωποφαγικά Παραμύθια, οι διηγήσεις για τα Αερικά, τα Χαμοδράκια, οι Λάμιες και οι Στρίγγλες, ο Καραγκιόζης, στίχοι, μοιρολόγια και μουσικά όργανα, ειδικοί ρουχισμοί, χειροτεχνήματα, κοσμήματα, υφαντά, ξυλόγλυπτα και ζωγραφίσματα, γίνονται εργαλεία μιας σύγχρονης καλλιτεχνικής προσέγγισης που σέβεται την ετερότητα, ρίχνει γέφυρες στο παρελθόν και εμπνέεται από τον τρόμο και τη γοητεία του ανείπωτου και του ανεξήγητου.
Παράλληλα με τα έργα παρουσιάζονται και τα τεχνουργήματα της ελληνικής λαϊκής παράδοσης που παραχωρήθηκαν από οκτώ Λαογραφικά Μουσεία και συλλογές και έξι πολιτιστικούς συλλόγους από όλη την Ελλάδα, μετά από μεγάλη έρευνα του επιμελητή Απόστολου Καλφόπουλου, ο οποίος τονίζει: «Στόχος είναι στην έκθεση, τα έργα των καλλιτεχνών και τα τεχνουργήματα λαϊκής τέχνης να συνθέτουν ένα συνολικό περιβάλλον-εγκατάσταση∙ μία ατμόσφαιρα, που να εντείνει τις έμμεσες συνδέσεις, να επιτρέπει νέες απόψεις για τα αντικείμενα, και να δημιουργεί νέες ιδέες για αυτά».
Η πρώτη μου επαφή με την τέχνη, αφορούσε κέρινες δημιουργίες. Στη συνέχεια πειραματίστηκα με διάφορες καλλιτεχνικές εφαρμογές, μικτές από διάφορα υλικά. Με την πάροδο του χρόνου το ενδιαφέρον μου εστιάστηκε στον τομέα της επεξεργασίας μετάλλων δημιουργώντας χρηστικά και μη αντικείμενα.
Οι πρώτες ύλες των έργων μου περιλαμβάνουν κυρίως μπρούτζο και αρζαντό. Οι φόρμες που χρησιμοποιώ είναι ανθρωποκεντρικές.
Φτάνοντας στο σήμερα το ενδιαφέρον μου εστιάστηκε στο χαρτί, τα υφάσματα, τα νήματα και τα ξύλα. Αυτά που ξεβράζει η θάλασσα και τους σκαλίζει εκείνη δικά της έργα τέχνης. Μέσα από αυτά τα καθημερινά υλικά δημιουργώ έθραυστα έργα που τα θέματα τους αφορούν μικρούς καθημερινούς στόχους ισορροπίας και αρμονίας.
Τι είναι τα Art Puzzles;;
-
Είναι ένας νέος, διαφορετικός τρόπος παρακολούθησης των μαθημάτων του
Εικαστικού Καφενείου.
Η καθημερινότητα μας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη ενώ ταυτόχρο...
Καλή χρονιά
-
Στο παραμύθι της Ζαλλάδας, ζούμε για πολλά πολλά χρόνια, σαν γνήσιοι ήρωες
παραμυθιού, γιατί όσο κι αν μας πολεμάνε οι κακοί, εμείς πάντα τους νικάμε
πίσ...