Μια άκρως ενδιαφέρουσα έκθεση που παντρεύει τη ζωγραφική με τις κατασκευές από χαρτί και πιο συγκεκριμένα την τέχνη του origami, λειτουργεί της ημέρες αυτές και μέχρι τα τέλη Μαΐου στο Art Cafe στην Κοζάνη. Πρόκειται για τη συλλογική κατασκευών και ζωγραφικής του ερασιτέχνη καλλιτέχνη Δημήτρη Δάλλα, που στο διάστημα που λειτουργεί έχει συναντήσει την αποδοχή του κόσμου στην ιδιότυπη αυτή τέχνη.
Ο επισκέπτης θα έχει τη δυνατότητα να δει από κοντά μια άκρως ενδιαφέρουσα θεματική έκθεση με αντικείμενο τα πουλιά. Στις κατασκευές εκτός από μεμονωμένα πτηνά απεικονίζονται πουλιά στη φύση, καθώς και δέντρα, σε διάφορες απεικονίσεις και διάφορους χρωματισμούς. Όπως είναι γνωστό origami ονομάζεται η τεχνική του διπλώματος χαρτιού για κατασκευές. Ξεκίνησε από την Κίνα τον πρώτο αιώνα από όπου και εξαπλώθηκε τον 6ο αιώνα από μοναχούς βουδιστές στην Ιαπωνία. Οι Ιάπωνες δίπλωναν το χαρτί φτιάχνοντας δώρα και απασχολώντας τα παιδιά τις βροχερές μέρες που έπρεπε να μένουν στο σπίτι. Έτσι το δίπλωμα του χαρτιού έγινε παράδοση και μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά φτάνοντας ως τις μέρες μας.
Ο κόσμος φαίνεται να ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στην τεχνική αυτή, που με αγάπη, προσήλωση και μεράκι εφαρμόζει χρόνια τώρα ο Δημήτρης Δάλλας, συμμετέχοντας μάλιστα και σε πολυάριθμες εκθέσεις στην Κοζάνη, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας αλλά και το εξωτερικό.
Εργαστήριο origami στην Εικαστική Έκθεση
Ένα μικρό εργαστήριο εκμάθησης και κατασκευής origami πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Πέμπτης στον χώρο όπου λειτουργεί η 3η Εικαστική Έκθεση Κοζάνης, στα Κοίλα, παράλληλα με την Ανθοκομική Έκθεση και Ειδών Κήπου. Μικροί και μεγάλοι συμμετείχαν με ιδιαίτερη χαρά και ενθουσιασμό σε αυτό το ιδιότυπο εργαστήριο κατασκευής origami και απόλυτα εναρμονισμένοι με το κλίμα της έκθεσης λουλουδιών, οι δεκάδες επίδοξοι ερασιτέχνες καλλιτέχνες έφτιαξαν λουλούδια από χαρτί τα οποία στόλισαν, έπειτα, σε μια ξερή γλάστρα, αποδίδοντας έτσι έναν ιδιότυπο συμβολισμό.
Λιτά ήταν τα εγκαίνια της φετινής 5ης κατά σειρά Ανθοκομικής Έκθεσης και Ειδών Κήπου, που λειτουργεί στον αύλειο χώρο του Εκθεσιακού Κέντρο στα Κοίλα Κοζάνης, ταυτόχρονα με την 3η «Έκθεση Εικαστικών Τεχνών Ν. Κοζάνης», στην οποία συμμετέχουν ντόπιοι καλλιτέχνες από τον Νομό Κοζάνης.
Η έκθεση άνοιξε τις πύλες της μετά της 5 το απόγευμα της Τετάρτης, ενώ δυο ώρες αργότερα τελέστηκαν τα λιτά εγκαίνια, παρουσία των διοργανωτών του προέδρου του Εκθεσιακού Κέντρου Παναγιώτη Αποστολίδη και του προέδρου του ΕΒΕ Χρήστου Σάββα, αλλά και εκπροσώπων φορέων όπως οι αντινομάρχες Γιάννης Σόκουτης και Παναγιώτα Ορφανίδου, ο αντιδήμαρχος Κοζάνης Γιάννης Παπαγεωργίου, εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου, ενώ στα εγκαίνια παραβρέθηκε και η επιχειρηματική αποστολή από το Αζερμπαϊτζάν, που βρίσκεται αυτές τις ημέρες στο Νομό μας.
Να σημειωθεί πως οι ξένοι επιχειρηματίες επισκέπτονται το Νομό Κοζάνης με πρωτοβουλία της Ν.Α. και του Επιμελητηρίου Κοζάνης, καθώς και την Τεχνική Στήριξη του Βαλκανικού Επιχειρηματικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας, με σκοπό την επίσκεψη σε παραγωγικές μονάδες της περιοχής και τις επαφές με επιχειρηματίες.
Στην έναρξη των εγκαινίων οι διοργανωτές κράτησαν ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των αδικοχαμένων τριών εργαζομένων στην τράπεζα Marfin, ενώ αμέσως μετά ιερέας ευλόγησε την έκθεση, ενώ οι διοργανωτές απέφυγαν τις ομιλίες, σε ένδειξη πένθους. Ο πρόεδρος του Εκθεσιακού κ. Αποστολίδης, μιλώντας στον «Π.Λ.» αναφερόμενος στην έκθεση επεσήμανε πως «αποτελεί ένα από τα πλέων δυναμικά μέσα προβολής και προώθησης των επιχειρήσεων.
Η φιλοσοφία αυτή, πιστεύουμε πως αποτελεί συνείδηση των παραγωγών και εμπόρων που βρίσκονται και φέτος εδώ. Άλλωστε, ο στόχος μας ως διοργανωτές, δεν είναι απαραίτητα ο ποσοτικός αριθμός των εκθετών, αλλά η αποτελεσματική προβολή των Τοπικών Επιχειρήσεων - ιδιαίτερα σε αυτή τη μεταβατική εποχή, που βρίσκετε η χώρα μας».
Φέτος η ανθοκομική έκθεση φιλοξενεί παραγωγούς και εμπόρους καλλωπιστικών φυτών και δενδρυλλίων, εμπόρους ειδών κηποτεχνίας, έπιπλα κήπου, υπηρεσίες κηποτεχνίας, κ.α., ενώ στο εικαστικό κομμάτι εκθέτονται έργα ζωγραφικής, κατασκευές από γυαλί και κερί, χειροποίητα κοσμήματα, κ.α.
Το πολιτιστικό πρόγραμμα των διοργανωτών αναβλήθηκε και δεν παρουσιάστηκε στα εγκαίνια της έκθεσης, ωστόσο σήμερα, αύριο και μεθαύριο οι παράλληλες εκδηλώσεις θα συνεχιστούν κανονικά. Ειδικότερα:
• -Παρασκευή 6/5/2010 και ώρες 18:00 – 20:00 – Ζωγραφική για παιδιά με θέμα «το περιβάλλον», υπό την καθοδήγηση έμπειρων ζωγράφων. Τα έργα των παιδιών θα αναρτηθούν στον Εκθεσιακό χώρο ενώ θα τους δοθούν δωράκια για την προσπάθεια τους.
• -Κυριακή 9/5/2010 – «Γιορτή της Μητέρας» και ώρες 18:30 – 20:00 – Ομάδα κλόουν θα ψυχαγωγήσει τους μικρούς φίλους με ομαδικά παιχνίδια και στο τέλος θα διακοσμήσουν γλαστράκια , για δωρίσουν στις μητέρες τους.
• Καθημερινά, τις απογευματινές ώρες, θα χορεύουν παραδοσιακά συγκροτήματα. Οι εκθέσεις θα λειτουργούν τις παρακάτω ώρες: Παρασκευή 17:30 - 22:30, Σάββατο ως Κυριακή 10:30 – 22:30.
Με την ομαδική έκθεση ζωγραφικής του Μορφωτικού Συλλόγου Βελβεντού που έχει σαν τίτλο ««Ροδακινιά… Δέντρο, άνθη, καρποί…», άνοιξε τις πόρτες της στο κοινό την περασμένη Τετάρτη η φετινή «Εικαστική Άνοιξη», που διοργανώνει με επιτυχία τα τελευταία χρόνια η Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού του Δήμου Κοζάνης, στον εκθεσιακό χώρο έναντι από την Ιερά Μητρόπολη.
Η Εικαστική Άνοιξη είναι ένα εικαστικό γεγονός όπου εδραιώθηκε τα τελευταία χρόνια και πλέον έχει γίνει θεσμός. Στους κόλπους της, έχουν φιλοξενηθεί δεκάδες καλλιτέχνες –ζωγράφοι, εικαστικοί, φωτογράφοι κ.α.- στους οποίο δόθηκε το βήμα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους στο ευρύ κοινό, το οποίο μάλιστα αποδεικνύεται χρόνο με το χρόνο ιδιαίτερα φιλότεχνο. Φέτος το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνολικά έντεκα εκθέσεις, που θα ταξιδέψουν το κοινό στον κόσμο της ζωγραφική, της χαρακτική, των εικαστικών κατασκευών και της φωτογραφίας.
Πλήθος κόσμου που είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά και να θαυμάσουν τα πολύ όμορφα, πολύχρωμα έργα ζωγραφικής της έκθεσης, με φόντο το αγαπημένο φρούτο των Βελβεντινών –και όχι μόνο- το ροδάκινο. Το τμήμα ζωγραφικής – ομάδα ενηλίκων, του Μορφωτικού Ομίλου Βελβεντού αποτελείται από 40-50 άτομα, ενώ στην έκθεση συμμετέχουν με έργα τους γύρω στα 30 άτομα. Τα έργα είναι εμπνευσμένα από την περιοχή του Βελβεντού και απεικονίζουν εικόνες από περιοχές του, παραλίμνιες αλλά και από τους πρόποδες των χωραφιών όπου καλλιεργείται ο καρπός. «Οι καλλιτέχνες έχουν καταθέσει στην έκθεσή τα προσωπικά τους βιώματα. Έχουμε όλοι περάσει από αυτό το στάδιο και τα συναισθήματα είναι πλούσια» λέει χαρακτηριστικά στον «Π.Λ.» το μέλος του συλλόγου Σταυρούλα Βλάχου. Όσο για την πηγή έμπνευσης, δε είναι άλλη από το ροδάκινο: «Τα μέλη του συλλόγου έχουν εμπνευστεί από το περιβάλλον το οποίο ζούμε. Η ροδακινιά είναι μέρος της ζωής μας και αν μη τι άλλο, σε αυτή περιοχή η ροδακινιά έχει τόσο ενεργή παρουσία και εμείς φυσικά θα εμπνεόμαστε από αυτή».
Στα έργα βλέπει κανείς όλες τις εποχές της ροδακινιάς, από το άνθισμα μέχρι και τον καρπό της, την συγκομιδή στο χωράφι κ.α.. Η ροδακινιά, είναι ένα δέντρο που παραμένει όμορφο όλες τις εποχές του χρόνου. Την άνοιξη, αγναντεύει κανείς τον κάμπο ανθισμένο με ροζ λουλούδια, το φθινόπωρο τα χρώματα είναι κιτρινοπράσινα και πορτακαλιά και τον χειμώνα ακόμα και ακλάδευτες οι ροδακινιές αποτελούν, πάλι, μια εξαιρετική ομορφιά. Στόχος του συλλόγου είναι η υλοποίηση και άλλων παρόμοιων θεματικών εκθέσεων, ενώ ευρύτερος στόχος είναι να λειτουργήσει έναν μόνιμο εκθεσιακό χώρο στο Βελβεντό, όπου και θα παρουσιάζει τα έργα των μελών του. Το κοινό της Κοζάνης, σε πρώτη ανάγνωση, εντυπωσιάστηκε από την έκθεση, που αξίζει να σημειωθεί πως δεν περιλαμβάνει καθαρά και μόνο έργα ζωγραφικής, αφού στον χώρο έχει γίνει η κατάλληλη εικαστική παρέμβαση, όπως τελάρα ροδακίνων, που αντί για το φρούτο περιέχουν μέσα «ροδάκινα» με αποτυπωμένες» εικόνες από την παλιότερη ζωή στο Βελβεντό, στο χωράφι, στο μάζεμα των ροδακίνων κ.ο.κ.
Η διάρκεια της έκθεσης είναι 3 – 8 Μαρτίου και οι ώρες λειτουργίας είναι: 11.00 – 14.00 & 18. – 21.00, ενώ η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη. Η επόμενη έκθεση που θα φιλοξενήσει η Εικαστική Άνοιξη, θα είναι η έκθεση ζωγραφικής της ομάδας φοιτητών της Σχολής Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών Φλώρινας, τα εγκαίνια της οποίας θα γίνουν την Τρίτη 9 Μαρτίου, στις 8.00 μ.μ. και η διάρκειά της θα είναι 9 – 14 Μαρτίου.
«Από πάππου προς πάππο» είναι η ρήση που ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση του κ. Χρήστου Σκαλιστή από το Επταχώρι Καστοριάς, ο οποίος ζει σήμερα στο Τσοτύλι του νομού Κοζάνης. Το πόσο αγαπά την τέχνη του ξυλογλύπτη την οποία ασκεί, φάνηκε από τα πρώτα του λόγια όταν μας καλωσόρισε με χαμόγελο στο εργαστήριό του «περάστε και βολευτείτε όπου θέλετε. Συγνώμη που δεν έχω καρέκλες, αλλά εδώ είναι χώρος δουλειάς».
Η μυρωδιά του ξύλου είναι έντονη στο εργαστήριό του, ενώ πολλές άλλες οσμές σχετικές με την επεξεργασία ξύλου αναβλύζουν από κάθε γωνιά του χώρου.
Σ’ ένα τοίχο υπάρχουν λίγες φωτογραφίες, στη μια εκ των οποίων εικονίζεται ο κ. Χρήστος με την αδερφή του και τη μητέρα του, ενώ σε μια άλλη ασπρόμαυρη ο πατέρας του, ο οποίος σε ένα ταξίδι του στην Αμερική μάλιστα τιμήθηκε από το σύλλογο Επταχωριτών.
Σκαλιστής στο επίθετο, σκαλιστής και στο επάγγελμα, ο Χρήστος έπιασε δουλειά μόλις τελείωσε το δημοτικό. «Ο πατέρας μου με ρώτησε τι ήθελα να κάνω, να σπουδάσω ή να ακολουθήσω την τέχνη, όπως μου έλεγε. Επέλεξα το δεύτερο και δεν το μετάνιωσα. Όταν ήμουν μικρός δε με άφηνε να τρέξω έξω και να παίξω, αλλά με έβαζε να κάθομαι δίπλα του για να βλέπω τι κάνει και πως δουλεύει» μας λέει ο κ. Χρήστος. Μόλις, λοιπόν, τελείωσε το δημοτικό, ξεκίνησε να φτιάχνει σχέδια με τη βοήθεια του πατέρα του. Γραμμές από δω, γραμμές από εκεί, διαβήτης, χάρακας, γρήγορα μπήκε στο πνεύμα και έμαθε ακόμη να σχεδιάζει και με κλίμακα. Το βάπτισμα του πυρός το πήρε δυο χρόνια μετά, όταν ο πατέρας του αρρώστησε και δεν μπορούσε να εργαστεί και αναγκάστηκε να ολοκληρώσει τις παραγγελίες που υπήρχαν σε εκκρεμότητα. Κάπως έτσι απέκτησε θάρρος και η δουλειά που ξεκίνησε στην πορεία έγινε λατρεία.
«Το να σκαλίζεις το ξύλο και να του δίνεις σχήματα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται πολύ προσοχή το σκάλισμα στις επιφάνειες του ξύλου. Νομίζω πως πρέπει να έχεις λιγάκι μέσα σου την καλλιτεχνική φλέβα για να κάνεις τη δουλειά αυτή. Πρέπει επίσης να έχεις πολύ υπομονή και επιμονή» εξηγεί ο κ. Χρήστος. Χρόνο με το χρόνο λοιπόν απέκτησε εμπειρία και έμαθε τις τεχνικές του πατέρα του, ο οποίος τις είχε μάθει από τον παππού του που με τη σειρά τους τις είχε μάθει από τον προπάππο του. Βλέπετε, όλη η οικογένεια του ασχολούνταν με την επεξεργασία του ξύλου και με παράπονο λέει κάποιες φορές πως είναι δυστυχώς ο τελευταίος.
«Ο δικός μου μάστορας ήταν ο πατέρας μου. Κάθισα δίπλα του οκτώ χρόνια. Και η ικανοποίησή μου σήμερα είναι όταν ο πελάτης μου λέει ότι το αποτέλεσμα είναι ωραίο και μένει ικανοποιημένος» λέει ο κ. Χρήστος, ο οποίος δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να δουλέψει ακόμη κι αν μια δουλειά δεν τον συμφέρει οικονομικά. Εντύπωση μας έκανε το γεγονός ότι δεν υπάρχουν μηχανήματα και εξοπλισμός μέσα στο εργαστήριό του κ. Χρήστου παρά μόνο τα σκαρπέλα και τα εργαλεία του πατέρα του. Μια κυρία που έκανε μαθήματα οικοκυρικής την εποχή του Εμφυλίου στο Επταχώρι, τα δώρισε στον πατέρα του. «Δεν έχω αγοράσει μηχανήματα και εξοπλισμό, γιατί πολύ απλά μου αρέσει να δουλεύω με το χέρι το ξύλο. Είναι δημιουργική εργασία και η αίσθηση του ροκανιδιού είναι μοναδική. Κάθε ξύλο ξέρετε έχει και διαφορετική μυρωδιά» μας λέει και με το σκαρπέλο κόβει μια φλούδα ξύλου για να το μυρίσουμε, όπως η νοικοκυρά κόβει το γλυκό στο σπίτι της.
Καλύτερη αποτύπωση των σχεδίων επιτυγχάνεται στην καρυδιά, αλλά έχει μεγαλύτερη ευαισθησία. «Η αλήθεια είναι πως χάνομαι στη δουλειά. Δεν είναι λίγες οι φορές που η σύζυγός μου τηλεφωνεί για να μου θυμίσει ότι πρέπει να ανέβω για φαγητό» μας λέει γελώντας. Δυσκολεύεται πάντως και μόνο στην ιδέα ότι θα έρθει η στιγμή που δεν θα μπαίνει πλέον στο εργαστήριο για δουλειά.
Δεν είναι λίγες οι εκκλησίες και τα μοναστήρια του νομού Κοζάνης που έχουν δείγμα δουλειάς του κ. Χρήστου Σκαλιστή. Άλλωστε, το κύριο αντικείμενο της εργασίας του είναι τα σκαλιστά και τα ξυλόγλυπτα στις εκκλησίες. Πολλά από αυτά έγιναν μετά από δεκάδες ώρες δουλειάς, καθώς «ο χρόνος που θα κάνεις εξαρτάται από το είδος του σχεδίου που θέλεις να σκαλίσεις.
Μπορεί ένα κομμάτι να χρειαστεί από μια μέχρι τέσσερις μέρες. Όμως για μένα έχει σημασία ότι όλα γίνονται στο χέρι κι αυτό κάνει ένα έργο να έχει αξία και μοναδικότητα» τονίζει ο κ. Χρήστος. Τελευταία ομολογεί πως η δουλειά έχει πέσει λόγω της εισαγωγής βιομηχανοποιημένων ξύλων από το εξωτερικό, κυρίως από την Κίνα και την Ινδία. «Εννοείται πως η δουλειά αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη χειροποίητη» δεν παραβλέπει να τονίσει.
Ο κ. Χρήστος είναι σήμερα 67 ετών και σε ένα με δυο χρόνια θα βγει στη σύνταξη. Αυτό που θα ήθελε να κάνει τότε είναι με κάποιο τρόπο να μαθαίνει σε νέους τη δουλειά του ξυλογλύπτη για να μη χαθεί με το χρόνο. Πριν δεκαπέντε χρόνια είχε ζητήσει από την τοπική αυτοδιοίκηση και την εκκλησία να του δώσουν ένα χώρο ώστε να οργανώσει σεμινάρια, αλλά δυστυχώς δεν εισακούστηκε. «Τότε υπήρχε ανταπόκριση από τους νέους, σήμερα όχι και τόσο, αλλά μια προσπάθεια αξίζει» αφήνει την ελπίδα.
Η Άντζελα Μπρούσκου παρουσιάζει την παράσταση "Wonderland", βασισμένη στα έργα «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» και «Μέσα από τον Καθρέφτη» του Λιούις Κάρολ από τις 3 Φεβρουαρίου 2010 στο θέατρο Πάλλας.
H Αλίκη μεγάλη πια επιστρέφει στην παιδική της ηλικία–ξαναγίνεται παιδί- καθώς μπαίνει μέσα σε μία τεράστια οθόνη υπολογιστή και παγιδεύεται μέσα στα σκοτεινά δωμάτια του διαδίκτυου. Κάνει κύκλους χωρίς πραγματική κατεύθυνση, αναζητά συγκεκριμένα πρόσωπα και μέρη που είχε ξαναζήσει. Ο κόσμος των ενήλικων αποδεικνύεται γρήγορα παράλογος και αυταρχικός για ένα παιδί που δεν το ενδιαφέρουν οι κανόνες…Τα πρόσωπα κρύβονται πίσω από μάσκες, μιλάνε με γρίφους κι αινίγματα. Η σκιά του φωτογράφου -συγγραφέα την ακολουθεί και την απαθανατίζει κρυφά. Είναι ο κακός ο λύκος ή ο καλός πρίγκιπας; Η Αλίκη πίνει το απαγορευμένο ποτό για να βλέπει μόνο αυτά που θέλει. Παγιδεύεται με τη φαντασία της σε υπέροχους κήπους, αναζητώντας αγάπη και ασφάλεια. Όμως βρίσκεται τελείως μόνη σ’ αυτά τα παράξενα μέρη που όλα κάτι της θυμίζουν. Το παρελθόν με το μέλλον μπερδεύονται. Η επιστροφή της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων είναι η ανάγκη της να μάθει την αλήθεια για τον εαυτό της. Ο κόσμος της Αλίκης είναι όμως συγχρόνως και ο κόσμος της διασκέδασης και του θεάματος. Άνθρωποι που συμπεριφέρονται περίεργα μέσα από το χορό το τραγούδι και την προσδοκία που γεννάει τσίρκο. Οι εικόνες που ονειρεύεται αντικατοπτρίζονται στα άπειρα είδωλά τους. Ο πραγματικός κόσμος συναντιέται με το μαγικό και μυστηριώδη αυτό κόσμο της κάτω από τη γη. Η Αλίκη ταξιδεύει από το σκοτάδι στο φως.
Ο Γιάννης Τσαρούχης αναφερόµενος κάποτε σε ένα ηµιτελές έργο του είχε σηµειώσει: «Τελειώνοντας το πρώτο στάδιο, θεώρησα ότι το έργο ήταν ήδη τελειωµένο και το άφησα έτσι. Πολλά εξάλλου έργα τελειώνουν µε τον καιρό µόνα τους, όπως έλεγε ο Τισιάνος». Από τη δική του πλευρά ένας ιστορικός της τέχνης θα συµπλήρωνε ότι µε τον καιρό «τελειώνουν» δηλαδή ωριµάζουν µέσα από διαδοχικές δοκιµασίες επαλήθευσης και αντοχής και τα κριτήρια µε τα οποία αντιµετωπίστηκαν οι δηµιουργίες µιας εποχής.
Το πέρασµα του χρόνου αποκαλύπτει ότι ιδεολογικές εµµονές και αισθητικές διαµάχες που ταλαιπώρησαν για δεκαετίες έναν τόπο συγκεκριµένα τον δικό µας τόπο δεν ήταν «εύστοχες» ή «άστοχες», «συντηρητικές» ή «προοδευτικές», αλλά αναπότρεπτη συνέπεια των ιστορικών και πολιτισµικών συγκυριών που τις προκάλεσαν. Και για ό,τι αφορά τη λεγόµενη γενιά του '30, οι συγκυρίες αυτές δεν ήταν ταυτόσηµες ούτε πολιτισµικά και κοινωνικά ισοδύναµες µε όλα όσα συνέβαιναν ή είχαν ήδη συµβεί στην προηγµένη Ευρώπη. Δεν είναι λοιπόν ένδειξη συντηρητισµού ή παλινδροµούντος εθνοκεντρισµού το να υποστηρίξει κανείς ότι ο Τσαρούχης δεν ήταν δυνατόν να ταυτιστεί και µάλιστα ετεροχρονισµένα µε τη χρωµατική αντίληψη των Φωβ και του Matisse, ότι ο Εγγονόπουλος δεν µπορούσε να συµπεριφέρεται ως «εχθρός του Εθνους» και καταλύτης των ιδεωδών της αστικής τάξης όπως ήθελαν να είναι οι σουρεαλιστές και ο Μπουζιάνης, όσο και να το επεδίωκε, δεν θα συµµεριζόταν την ανατρεπτική κοινωνική ιδεολογία της γερµανικής εξπρεσιονιστικής πρωτοπορίας. Οσοι µάλιστα επιχειρούν να αποµυθοποιήσουν µε τρόπο «αποκαλυπτικό» τις προσπάθειες της γενιάς του '30, θα πρέπει να σκεφθούν ότι ο Τσαρούχης και η εποχή του αντιµετώπισαν έστω και θεωρητικά το δίληµµα της επιλογής ανάµεσα σε Ανατολή και Δύση, ενώ σήµερα δεν υπάρχουν καν περιθώρια για τέτοιου είδους αυταπάτες.
Το δίληµµα της γενιάς του '30
Για τη γενιά του '30, πέρα από το φάσµα της ιδεολογικής επιλογής ανάµεσα σε Ανατολή και Δύση ανάµεσα στην εθνική παράδοση και στον ευρωπαϊκό δυτικό προσανατολισµό υπήρχε το πολύ υπαρκτό πρόβληµα της αποσαφήνισης των σχέσεων και κυρίως των γνώσεων σχετικά µε τους δύο διαφορετικούς αυτούς κόσµους. Το δίληµµα δεν ήταν ακριβώς δίληµµα αλλά ταλάντευση ανάµεσα σε ένα όραµα της Δύσης που αγνοούσε τις τοµές (και τις βαθιές ρωγµές) του µοντέρνου βιοµηχανικού πολιτισµού και σε µια εικόνα της Ανατολής συγκεχυµένη και αµφίθυµα δεκτή που έπρεπε να ανασυνταχθεί µέσα από διάσπαρτες λαϊκές παραδόσεις και εξανεµισµένες αρχαϊκές και βυζαντινές µνήµες. Ωστόσο, αν το «δίληµµα» υπήρξε µια ιδεολογική επινόηση, η ανάγκη διαµόρφωσης µιας πολιτισµικής ταυτότητας σε περίοδο µάλιστα που η Ευρώπη ζούσε το επικίνδυνο κορύφωµα των µεγάλων εθνικών ανταγωνισµών ήταν πραγµατική και γι' αυτό θα έλεγα ότι ο ελληνικός Μεσοπόλεµος χρεώθηκε έναν πολύ βαρύ και άχαρο ρόλο.
Ο Γιάννης Τσαρούχης ως καλλιτέχνης, ως άνθρωπος του θεάτρου και ως σύγχρονος στοχαστής έδωσε µε τρόπο επιγραµµατικό που συχνά παραπέµπει στο ύφος της τοιχογραφηµένης σκηνογραφίας µερικές από τις πιο καίριες και ζωντανές πτυχές της νεοελληνικής περιπέτειας. Από τις ευανάγνωστες αλλά και κρυπτικές ή αλληγορικές πτυχές αυτού του σκηνικού δεν έλειψαν το χιούµορ, η οξυδέρκεια και προπάντων η σωστή διαίσθηση του καλού και πεπαιδευµένου δηµιουργού. Όπως δεν έλειψαν και οι αισθητικές παγίδες του δυτικότροπου ιλουζιονισµού στον οποίο όψιµα καταστάλαξε αναζητώντας (ίσως) την τελική συµφιλίωση µε ένα όραµα της Δύσης, που ωστόσο ανήκε πια στην ιστορική µνήµη του παρελθόντος.
Η έκθεση 350 έργων του καλλιτέχνη (επιλογή από σχέδια, ζωγραφική και σκηνογραφίες που ανήκουν στο Ίδρυµα Γιάννη Τσαρούχη) στο πρώην εργοστάσιο «Φιξ» εντάχθηκε στο πλαίσιο των ελληνικών επετειακών εκδηλώσεων για τον νέο αιώνα. Η σύνδεση του έργου του Γιάννη Τσαρούχη µε τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της νέας χιλιετίας δεν έχει ωστόσο τον χαρακτήρα µιας πλήρους αναδροµικής έκθεσης αλλά µιας παρουσίασης των µεγάλων σταθµών και προσανατολισµών του έργου του, ταξινοµηµένης σε οκτώ οργανικές ενότητες. Οι ενότητες αυτές στηρίζουν και δικαιολογούν την εύστοχη επιλογή του τίτλου: «Γιάννης Τσαρούχης ανάµεσα σε Ανατολή και Δύση». Σκόπιµα η επιµελήτρια της έκθεσης κυρία Άννα Καφέτση απέφυγε τη γεωπολιτισµική διασαφήνιση των όρων «Ανατολή» και «Δύση» (ο Γιάννης Τσαρούχης ανάµεσα σε Ανατολή και Δύση και όχι ανάµεσα στην Ανατολή και στη Δύση), αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι ο καλλιτέχνης και η εποχή του ταλαντεύτηκαν ανάµεσα σε επιλογές που πίστευαν, ή νόµιζαν ότι εκπροσωπούσαν, τους δύο διαφορετικούς αυτούς κόσµους.
Η διακριτική έµφαση στον ασαφή χαρακτήρα της ταλάντευσης δηµιουργεί γόνιµα ερεθίσµατα για µια απόπειρα επαναπροσέγγισης του τσαρουχικού έργου όχι µόνο σε σχέση µε τα διλήµµατα της εποχής του αλλά σε σχέση και µε τη σηµερινή εποχή. Κατά πόσο η καλλιτεχνική παραγωγή του Γιάννη Τσαρούχη δεσµεύτηκε από τα υπαρκτά ή ιδεατά διλήµµατα του Μεσοπολέµου και κατά πόσο η δέσµευση αυτή (αν υπάρχει) υπήρξε καθοριστική για τη µετέπειτα εξέλιξη του έργου του; Η ταλάντευση ανάµεσα σε Ανατολή και Δύση συνδέεται µε µια παρωχηµένη πλέον εποχή της Ιστορίας µας ή µήπως το ίδιο πρόβληµα τίθεται και σήµερα αλλά σε διαφορετική βάση; Και πρώτα απ' όλα τι εννοεί ο Τσαρούχης όταν αναφέρεται στην «ανατολίτικη» και στη «δυτική» τεχνοτροπική αντίληψη;
Οι «µεταµορφώσεις» του καλλιτέχνη
Τα κείµενα και οι θεωρητικές τοποθετήσεις ενός καλλιτέχνη δεν είναι ο ασφαλέστερος οδηγός για την κατανόηση του έργου του, ο τρόπος όµως µε τον οποίο ο Γιάννης Τσαρούχης ορίζει την «τεχνοτροπική διαφορά» Ανατολής και Δύσης έχει ιδιαίτερη σηµασία για τον σύγχρονο ερευνητή. «Ο ένας τρόπος» σηµειώνει ο καλλιτέχνης «βασίζεται στο χρώµα και τους αρµονικούς συνδυασµούς του και στην αναδηµιουργία της φόρµας, και µοιραία στον βιασµό της προοπτικής...».
...«[Ο] άλλος τρόπος προσπαθεί να δώσει αντικειµενικά, σαν ένας καθρέπτης σχεδόν, την πραγµατικότητα, δηλαδή σέβεται λίγο ή πολύ την προοπτική».
Στο κείµενό της για τον κατάλογο της έκθεσης η κυρία Άννα Καφέτση σωστά επισηµαίνει ότι «αν κατά την περίοδο αυτή οι όροι Ανατολή και Δύση ήταν συνώνυµοι µε την παράδοση και τη νεωτερικότητα αντίστοιχα, εξετάζοντας το συνολικό έργο του Τσαρούχη διαπιστώνουµε µια αντιστροφή στη χρήση τους».
Πράγµατι, ο όρος «Ανατολή» λειτουργεί για εµάς σήµερα ως µεταφορά του µοντέρνου και ο όρος «Δύση» ταυτίζεται µε το σχέδιο, την κλασική προοπτική και τη µιµητική λειτουργία της εικόνας. Χαρακτηριστικό παράδειγµα άρθρωσης του ζωγραφικού χώρου µε βάση το χρώµα ως αυτόνοµη εκφραστική αξία αποτελεί η ιδιαίτερα σηµαντική περίοδος του 1936-39 («Νέος µε άσπρα λινά», 1937, «Μελαχρινός νέος καθιστός µε πανωφόρι», 1937). Στα έργα της περιόδου αυτής, η οποία, όχι τυχαία, ακολουθεί την πρώτη επίσκεψη του καλλιτέχνη στο Παρίσι, οι εµπειρίες της «Ανατολής» (νεοβυζαντινή ζωγραφική, ρεκλάµες του θεάτρου των Σκιών, λαϊκή τοιχογραφία) διασταυρώνονται γόνιµα µε προσωπικές αναγνώσεις του έργου του Manet, του Leger και του Matisse.
Η «δυτική» τεχνοτροπία, η οποία ουσιαστικά παρακολουθεί την ιλουζιονιστική τεχνική της ελληνιστικής ζωγραφικής και κυρίως την παράδοση των µεγάλων στυλ της Ευρώπης , ιχνηλατείται από τον Τσαρούχη στο τέλος του Μεσοπολέµου, χρησιµοποιείται στη συνέχεια παράλληλα µε τη «χρωµατική» ή «ανατολίτικη» τεχνοτροπία, για να φθάσει βαθµιαία στο απόγειό της κατά τα µέσα µε τέλη της δεκαετίας του '70.
Κατά τη γνώµη µου, η «αντίστροφη» σε σχέση µε την εποχή χρήση των όρων «Ανατολή» και «Δύση» από τον Γιάννη Τσαρούχη δεν είναι τελείως αντίστροφη αλλά ούτε και ανεξήγητα παράδοξη. Ο έλληνας δηµιουργός γνώρισε τους µοντέρνους µάλιστα χάρη στον Πικιώνη και στον Διαµαντόπουλο αρκετά πριν από την πρώτη επίσκεψή του στο Παρίσι µέσα από το φίλτρο µιας βιωµένης και βαθιά ελληνοκεντρικής παιδείας µε διαρκείς και σαφείς αναφορές στο Βυζάντιο και στην Ανατολή. Αν υπάρχει κάπου αντιστροφή αυτή θα πρέπει να εντοπιστεί στον τρόπο µε τον οποίο µεταµορφώνει τα καλλιτεχνικά πρότυπα της µοντέρνας Δύσης σε εικονογραφία της «χρωµατικής» Ανατολής. Έτσι, ο «Σκεπτόµενος» του Rodin µεταφράζεται µε µια δόση ανατρεπτικού χιούµορ σε φιγούρα λαϊκού «Σκεπτόµενου» (1936) µε τσιγάρο και ριγέ κοστούµι, ενώ η «Ολυµπία» του Manet «µεταµορφώνεται» σε ηµίγυµνο νωχελικά ξαπλωµένο «Νέο σε στάση αγάλµατος Ολυµπίας» (1939). Εξάλλου από την εποχή των πρώτων εµπρεσιονιστών ως τις προωθηµένες αναζητήσεις της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας η τέχνη της Ανατολής και γενικότερα των «εξωτικών» πολιτισµών επηρέασε καθοριστικά την αισθητική της Δύσης.
Αναφορά στο... παρελθόν
Ωστόσο η επαφή του Τσαρούχη µε τη µοντέρνα αισθητική δεν υπήρξε για αυτόν καταλυτικό βίωµα, αλλιώς δεν εξηγείται η βαθµιαία σύνδεσή του µε τις έγνοιες του καλού «µετιέ» και το σύστηµα απεικόνισης των µεγάλων στυλ της προµοντέρνας Ευρώπης. Έργα εµπνευσµένα από τον Caravaggio ή τον Vermeer, όπως π.χ. «Η Αντιγραφή του Τισιάνου» (1971) ή η σπουδή για «Το Γράµµα» (1979) προβληµατίζουν όχι ακριβώς για την αναφορά τους στην τέχνη του παρελθόντος, αλλά για τον τρόπο και κυρίως τον σκοπό για τον οποίο γίνεται η συγκεκριµένη αναφορά. Ο Τσαρούχης δεν µεταγράφει σε µοντέρνες παραλλαγές τους παλιούς, όπως το έκανε ο Picasso τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ούτε τους µιµείται µαθητικά κάνοντας απλώς κακή ζωγραφική, όπως συνέβη µε την όψιµη περίοδο της καλλιτεχνικής πορείας του De Chirico. Η στυλιστική περιπλάνηση της τελευταίας εικοσαετίας δεν έχει επίσης σχέση µε την παρωδιακή περιήγηση στις τεχνοτροπίες της παράδοσης που επιχείρησε κατά τη διάρκεια του '80 ο λεγόµενος µεταµοντερνισµός. Ποια λοιπόν µπορεί να είναι η θέση του έργου του του συνολικού πλέον έργου του σήµερα, σε µια εποχή που Ανατολή και Δύση «ενώνονται» υπό την υψηλή εποπτεία της (δυτικής έµπνευσης) παγκοσµιότητας; Ο ίδιος συγκρίνοντας στο παρελθόν τον τόπο του (και τον ίδιο τον εαυτό του) µε την τότε µητροπολιτική Ευρώπη είχε πει: «Αφού διεπίστωσα το όντως ανώτερο κοινωνικό επίπεδο της Ευρώπης εν σχέσει µε την Ελλάδα, άρχισα να βλέπω τι πνευµατικές και µαντικές ικανότητες µπορεί να έχει ο φτωχός, αν ξέρει να κάνει καλή χρήση των µειονεκτηµάτων του». Ο ίδιος έκανε καλή χρήση. Μακάρι το ίδιο να συµβεί και για τον τόπο του.
Ο Ελύτης για τον Τσαρούχη
Ο Γιάννης Τσαρούχης ανήκε σε µια γενιά καλλιτεχνών του Μεσοπολέµου, της λεγόµενης γενιάς του '30, οι οποίοι προσπάθησαν να ανανεώσουν την ελληνική τέχνη αναζητώντας την έµπνευσή τους στα διδάγµατα της πνευµατικής και καλλιτεχνικής ιστορίας της Ελλάδας, και συνδυάζοντας στα έργα τους στοιχεία της ελληνικής παράδοσης µε επιτεύγµατα της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης. Ανάµεσα στους καλλιτέχνες που συµπορεύτηκαν προς µια τέχνη και µια όραση ελληνική ήταν ακόµα ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Νίκος Εγγονόπουλος ο Γιάννης Μόραλης και ο Νίκος Νικολάου. Ο Γιάννης Τσαρούχης διαµορφώνει µια προσωπική εκδοχή της έννοιας της ελληνικότητας, την οποία προσεγγίζει µέσα από τη λαϊκή παράδοση, τον Καραγκιόζη και τον Θεόφιλο, τη βυζαντινή τέχνη και τα διδάγµατα του Κόντογλου, αλλά και την αισθητική και τις αρχές της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής, των τοιχογραφιών της Ποµπηίας, των πορτραίτων του Φαγιούµ. Ο ίδιος πίστευε άλλωστε ότι "η παράδοση πρέπει να περάσει από πολλά στάδια για να γίνει πραγµατική δύναµη" . Το έργο του συνδυάζει τις επιρροές της µεσογειακής τέχνης µε ευρωπαϊκά στοιχεία των µεγάλων δασκάλων της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, αλλά και των κινηµάτων της σύγχρονης τέχνης και κυρίως του Φοβισµού. Συµβιβάζει Ανατολή και Δύση και καταλήγει σε ένα µοντέρνο ελληνικό αποτέλεσµα. "Χωρίς να µείνει στη γραφικότητα ή να µεταβληθεί σε ανθολόγιο εθνικών απηχήσεων, ο Τσαρούχης, υπακούοντας ίσως ασυνείδητά του σε µια λειτουργία ανθρωπισµού που υπάρχει µέσα στο ελληνικό φως, αγκάλιασε το ανθρώπινο σώµα και µαζί µ' αυτό προχώρησε να βρει την οριστική έκφρασή του."
Ο.Ελύτης, 1952
...Θα ρωτήσει κανείς τι ψάχνω. Από µικρό παιδί ήθελα να µάθω τι είναι η ζωγραφική που τόσο µε τραβούσε. Πώς γίνεται και πώς τη µαθαίνει κανείς. Για να µάθω τα µυστικά της έχασα την πρωταρχική έλξη που εξασκούσε επάνω µου, για να δηµιουργήσω αρχίζοντας από το µηδέν µια νέα έλξη γι' αυτή. Ηµουν κι έµεινα ένας ερευνητής και ένας µαθητής, νοµίζω όχι πάντα πολύ επιµελής...
Γιάννης Τσαρούχης
Βιογραφικό
O Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε το 1910 στον Πειραιά. Από το 1929 µέχρι το 1933 σπουδάζει ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών µε δασκάλους τον Σπ.Βικάτο, τον Δ.Μπισκίνη και τον Κ.Παρθένη, ο οποίος τον µυεί στην ευρωπαϊκή τέχνη, στον κυβισµό και τον υπερρεαλισµό. Από το 1931 έως το 1934 µαθητεύει κοντά στον Φ.Κόντογλου, ο οποίος τον φέρνει σε επαφή µε την τεχνική και τις µεθόδους της αγιογραφίας και τα βυζαντινά µνηµεία της Ελλάδας και επηρεάζει την καλλιτεχνική του αντίληψη, γεγονός που φαίνεται στα έργα της εποχής. Το 1935-1936 συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου γνωρίζεται µε προσωπικότητες της ευρωπαϊκής σύγχρονης τέχνης, όπως ο Giacometti και o Matisse, από τον οποίο συγκρατεί τις αισθησιακές χρωµατικές αρµονίες, και έρχεται σε επαφή µε το έργο του Θεόφιλου µέσω του Teriade.
To 1938 πραγµατοποιεί την πρώτη ατοµική του έκθεση στο άδειο κατάστηµα του Ι.Αλεξόπουλου στην οδό Νίκης, στην Αθήνα, µε έργα στα οποία αρχίζει να διαφαίνεται το προσωπικό του ύφος, αποτέλεσµα των µελετών και των αναζητήσεών του, ενώ συµµετέχει και στην Πανελλήνια Έκθεση. Η δεύτερη ατοµική του έκθεση γίνεται µετά τον πόλεµο, το 1947, στην γκαλερί Παίην. Το 1952 του αφιερώνεται έκθεση στο Βρετανικό Συµβούλιο της Αθήνας και το 1956 παρουσιάζει έργα του, ως υποψήφιος για το βραβείο Guggenheim, στο Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού και στο Μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης, ενώ το 1958 συµµετέχει στην Βiennale της Βενετίας. Με την επιβολή της Δικτατορίας το 1967 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου και µένει µέχρι το 1980.
Το 1981 οργανώνεται από το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης η πρώτη µεγάλη αναδροµική του έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα µε το ζωγραφικό του έργο δηµιούργησε σκηνικά και κοστούµια για θεατρικές και µουσικές παραστάσεις, για το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, το Εθνικό Θέατρο, και τη Σκάλα του Μιλάνου, ενώ δηµοσίευσε και πλήθος συγγραµµάτων που χαρακτηρίζονται από το ειλικρινές αλλά και καυστικό ύφος του.
1. Θα μπορούσε να είναι ερώτημα κατά το αντίστοιχο που πάει η μουσική όταν χάνεται, που πάει το ποίημα όταν ακούγεται ή διαβάζεται και χάνεται προσώρας από τα μάτια και τη σκέψη μας.
Κοινό και των τριών το ταξίδι, που έχει υλικό τόπο τη στεριά, τη θάλασσα, τον αέρα αλλά κοινό τρόπο την τέχνη, τη σκέψη την ευαισθησία, την τρυφερότητα· το συνεχώς διαφεύγον άλλο μας είναι, το οποίο όταν δεν μπορεί στα θέλω του, αφήνεται στους δημιουργούς της τέχνης να τον φύγουν, να τον γυρίσουν αλλά και να τον εγκαταλείψουν. Ο Γκογκέν απέδρασε από τον εαυτόν και τους άλλους σε νήσους εξωτικούς και απωλεσθείς από τον κόσμο κέρδισε τον επίγειο παράδεισο της κατά φύση και κατά τέχνη, ζωής 2. Η έκθεση είναι του Αλέξανδρου Στιβακτή, όστις είναι ένας μουσικός κατ’ εξοχήν· ζει δε κατά κάποιο τρόπο σ’ αυτήν αποφεύγοντας τον συγχρωτισμό με τα της πόλεως κυνηγών και κυνηγούμενος από ανεγκέφαλους ιδιοκτήτες, που δεν ανέχονται ιδιαιτερότητες στο ανθρώπινον είδος της απελπισίας στο οποίο βιώνουν. Τον είχαμε τον Αύγουστο στο αρχοντικό Βούρκα όπου σχεδίαζε κι αυτοσχεδίαζε μουσικά ενσταντανέ κ.λπ. 3. Με καράβια που δεν ταξιδεύουν, εννοείται. Τα καράβια του τα έχει αγκυροτοιχο-βολημένα στο σπίτι του, στις παρυφές του ‘Ισβορου χώρου. Εγέμιζαν το χώρο κι ασφυκτιούσαν κάπως, ήθελαν δε να δουν και να ιδωθούν ποσώς. Ο,τι όλα τα έργα τέχνης ακόμα κι οι ασήμαντες λέξεις που σημειώνουμε και γράφουμε δήθεν για τον εαυτό στο μονήρες της κουζίνας ή του γραφείου μας χώρο καίγονται για το άλλο μάτι για την άλλη σκέψη για την άλλη ανθρώπινη αφή 4. Αλλά κατασκευάστηκαν με υλικά φθοράς. Θέλω να πω με ευτελή υλικά που τα βρίσκεις παντού και τα οποία τα κλοτσάει ο κανονικός άνθρωπος, αλλά ο μη κανονικός που είναι ο καλλιτέχνης βρίσκει σ’ αυτά μια φωνή απόγνωσης, ότι ακόμα και σ’ αυτήν τους την κατάσταση ζητούν ένα ρόλο έστω κι αυτό της στάχτης ή του κονιορτού. 5. Δεν μου φέρουν τη διάθεση καθόλου προς τον Ν. Καββαδία ως συμφραζόμενα από την ποίησης που αποπνέουν. Τον Αλέξανδρο Μπάρα ξεφυλλίζω:
Ένα κάθε βδομάδα, στην ορισμένη μέρα, πάντα στην ίδιαν ώρα, τρία βαπόρια ωραία, η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα", ανοίγουνται απ' την προκυμαία στις εννέα, πάντα για τον Περαία, το Mπρίντιζι και το Tριέστι, πάντα.
Xωρίς μανούβρες κ' ελιγμούς και δισταγμούς κι' ανώφελα σφυρίγματα, στρέφουνε στ' ανοιχτά την πρώρα, η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα", σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι που φεύγουν από ένα σαλόνι χωρίς ανούσιες χειραψίες και περιττές.
Aνοίγουνται απ' την προκυμαία στις εννέα, πάντα για τον Περαία, το Mπρίντιζι και το Tριέστι, πάντα και με το κρύο και με τη ζέστη.
Πάνε να μουντζουρώσουν τα γαλάζια του Aιγαίου και της Mεσογείου με τους καπνούς των. Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια τα φώτα τους μέσ' στα νερά τη νύχτα. Πάνε πάντα μ' ανθρώπους και μπαγκάζια&
H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα", χρόνια τώρα, κάνουν τον ίδιο δρόμο, φτάνουν την ίδια μέρα, φεύγουν στην ίδιαν ώρα.
Mοιάζουν υπάλληλοι γραφείων που γίνανε χρονόμετρα, που η πόρτα της δουλειάς, αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν από κάτω της, μπορεί να πέσει.
(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Mεσόγειο ή απ' το σπίτι σ' άλλη συνοικία;) H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα" είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια, να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο, να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια.
Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος, ναι si j'ιtais roi! αν ήμουν εγώ πλοίαρχος στην "Kλεοπάτρα", τη "Σεμίραμη", τη "Θεοδώρα", αν ήμουν εγώ πλοίαρχος με τέσσερα χρυσά γαλόνια κι αν μ' άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή τόσα χρόνια, μια νύχτα σεληνόφεγγη, στη μέση του πελάγου, θ' ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα κι ενώ θ' ακούγουνταν η μουσική που θα' παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια, με τη μεγάλη μου στολή, με τα χρυσά μου τα γαλόνια και τα χρυσά μου τα παράσημα, θα' γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη από το τέταρτο κατάστρωμα μέσ' στα νερά, έτσι με τα χρυσά μου, σαν αστήρ διάττων σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.
* Η Έκθεση του Αλέξανδρου Στιβακτή με καράβια που κατασκευάστηκαν από υλικά φθοράς, θα λειτουργεί μέχρι τις 10 Ιανουαρίου στο πατάρι του Συνεταιριστικού Βιβλιοπωλείου στην Κοζάνη. Η έκθεση θα είναι ανοιχτή για το κοινό τις ώρες λειτουργίας του βιβλιοπωλείου.
Ο Γιάννης Μόραλης του Κωνσταντίνου γεννήθηκε στην Άρτα το 1916 και ήταν ένας διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος της λεγόμενης «γενιάς του '30».
Το 1927 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, για να σπουδάσει κοντά στον Αργυρό, τον Γερανιώτη, τον Παρθένη και τον Κεφαλληνό ζωγραφική και χαρακτική. Το 1936 αποφοίτησε από την Σχολή Καλών Τεχνών και τον επόμενο χρόνο, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών, έφυγε για την Ρώμη. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου φοίτησε, παρακολούθησε μαθήματα φρέσκο, στην École Nationale des Beaux Arts, στα εργαστήρια ζωγραφικής και τοιχογραφίας. Παράλληλα εγγράφηκε στην École des Arts et Metiers, για τη σπουδή του ψηφιδωτού. Το 1947 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής της προπαρασκευαστικής τάξης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.
Το 1949 μαζί με αρκετούς ακόμα έλληνες ζωγράφους, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Νικολάου και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμμετείχε στην ίδρυση της καλλιτεχνικής ομάδας «Αρμός», ενώ συμμετείχε στην πρώτη έκθεση της στο Ζάππειο, το 1950. Από το 1954, ξεκίνησε η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, ενώ αργότερα συνεργάστηκε και με το Εθνικό Θέατρο.
Το 1957 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής του Εργαστηρίου Ζωγραφικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Τον επόμενο χρόνο συμμετείχε μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον γλύπτη Αντώνη Σώχο, στην Μπιενάλε της Βενετίας στα πλαίσια της οποίας προτάθηκε για ένα μικρό διεθνές βραβείο. Το 1959, πραγματοποιήθηκε η πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα, στην αίθουσα εκθέσεων «Αρμός».
Το έργο του Μόραλη περιλαμβάνει επιπλέον εικονογραφήσεις βιβλίων των ποιητών Ελύτη και Σεφέρη, εξώφυλλα δίσκων μουσικής, γλυπτά, τοιχογραφίες καθώς και σκηνικά και κουστούμια για το Εθνικό Θέατρο Ελλάδος και τα μπαλέτα του Ελληνικού Χοροδράματος. Στα πιο γνωστά του έργα συγκαταλέγονται οι διακοσμήσεις της ΒΔ και της ΝΑ πλευράς του Ξενοδοχείου Χίλτον της Αθήνας, και οι συνθέσεις του στον σταθμό Πανεπιστημίου του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου της Αθήνας.
Ο Μόραλης τιμήθηκε πρώτη φορά με βραβείο ζωγραφικής το 1940. Το 1965, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τού απένειμε τον Ταξιάρχη του Φοίνικος. Το 1973 έλαβε Χρυσό Μετάλλιο στην Διεθνή Έκθεση του Μονάχου. Το 1979 του απονεμήθηκε το Αριστείο των Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών. Αποχώρησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το 1983, και το 1988, η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση. Το 1999 του απονεμήθηκε το μετάλλιο του Ταξιάρχη της Τιμής. Έργα του ανήκουν σε δημόσιες και ιδιωτικές σχολές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
O Γιάννης Μόραλης δεν έδινε ποτέ συνεντεύξεις, αν και έχει τη φήμη εξαίρετου συζητητή και γοητευτικού αφηγητή. Η απόσταση που τηρούσε όμως από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας δεν εμπόδιζε τους φίλους του να θυμούνται τις σκέψεις και τις απόψεις του και κάπου - κάπου να «κλέβουν» τα ίδια του τα λόγια. Έτσι έκανα και εγώ προ ημερών καθώς ταξιδεύαμε με το «ιπτάμενο δελφίνι» για την Αίγινα και ελπίζω να με συγχωρέσει...
Το ταξίδι αυτό αποτελεί μέρος καθιερωμένης ιεροτελεστίας: της ιεροτελεστίας μεταφοράς των έργων του από το εργαστήριό του της Αίγινας στην Αθήνα.
Ασχολείσαι σχολαστικά, παρατήρησα, με τις πιο μικρές λεπτομέρειες της έκθεσης. Η προβολή της όμως δεν σ' ενδιαφέρει καθόλου. Ακόμη και για την ίδια τη δουλειά σου αρνείσαι να μιλήσεις. Γιατί;
«Δεν έχει γιατί. Είναι απλό. Ο καλλιτέχνης μιλάει με το έργο του. Τα λόγια σ' αυτή την περίπτωση είναι περιττά. Σάλτσες στην τέχνη δεν μπαίνουν. Και σου θυμίζω αυτό που έχει γράψει ο Σεφέρης: "Η ερμηνεία κάθε έργου είναι ερμηνεία του εαυτού μας, όχι εκείνου που το δημιούργησε, αλλά εκείνου που το διαβάζει, το βλέπει ή το ακούει"
(Εκδοση Εμπορικής Τράπεζας "Ι. Μόραλης", Αθήνα 1988, σελ. 451)».
Μήπως το κάνεις από σεμνότητα;
«Κάθε άνθρωπος βλέπει μέσα σ' ένα έργο άλλα πράγματα. Οταν λοιπόν του τα επεξηγείς εκ των προτέρων, περιορίζεις το ίδιο το έργο και τη λειτουργία του».
Λένε μερικοί ότι είσαι απρόσιτος, ακόμη και σνομπ.
«Θα έπρεπε να αφήνω τη δουλειά μου και να δίνω συνεντεύξεις ή να βρίσκομαι συνέχεια στις τηλεοράσεις για να μην είμαι σνομπ;».
Γενικά θεωρείσαι δύσκολος. Δεν δέχεσαι προσκλήσεις, δεν δέχεσαι στο σπίτι σου, στο ατελιέ σου, δεν δείχνεις τη δουλειά σου.
«Είναι κουραστικό και χρονοβόρο για έναν καλλιτέχνη να κάνει δημόσιες σχέσεις και να δείχνει ο ίδιος τη δουλειά του. Το βρίσκω γελοίο».
Αλλάζω κουβέντα. Τον ρωτάω να μου πει για τη Σχολή. Μια ζωή εκεί μέσα, από το 1931, ως μαθητής, και μετά από το 1947 τριάντα πέντε χρόνια δάσκαλος.
«Ο Γιάννης Κεφαλληνός, ο δάσκαλός μου και φίλος, στον οποίο οφείλω πάρα πολλά, ήταν εκείνος που με πίεσε να υποβάλω υποψηφιότητα για καθηγητής. Ως δάσκαλος με τη σειρά μου προσπάθησα να διδάξω στους μαθητές μου τα βασικά· εκείνα που θα τους επέτρεπαν μετά να πετάξουν με τα δικά τους φτερά, με τα δικά τους εφόδια. Κάτι που πάντα τους έλεγα είναι πως τελειώνοντας τη Σχολή θα πρέπει να έχουν μάθει να διαβάζουν μόνοι τους το έργο τους. Πολύ βασικό αυτό... Ποτέ δεν επεδίωξα να τους επιβάλω τον δικό μου τρόπο δουλειάς. Μάλιστα, θυμάμαι το 1972, εκθέτοντας στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, τελειώνοντας το μάθημα την ημέρα των εγκαινίων, τους είπα ότι τα έργα μου που θα δουν στην έκθεση είναι προσωπικές προτάσεις και όχι υποδείγματα προς μίμηση».
Τολμάω όμως να πω ότι κάποιοι μαθητές σου σού καταλογίζουν ότι όταν πήγαν έξω είδαν τα πράγματα αλλιώς...
«Ευτυχώς!».
Το δελφίνι με την κουβέντα φθάνει πια στην Αίγινα. Το σπίτι του Γιάννη Μόραλη φαίνεται κιόλας, προτού μπεις στο λιμάνι, αριστερά από το σπίτι του φίλου του Νίκου Νικολάου. Με τα χρόνια έχει γίνει πια μέρος του τοπίου, λιτό, αυστηρό, μέσα στο «Αιγινήτικο φως». Είναι έργο του φίλου του Αρη Κωνσταντινίδη.
Αλήθεια πώς αποφάσισες να έρθεις στην Αίγινα;
«Με τον Νίκο (Νικολάου) ήμασταν φίλοι από τη Σχολή· μάλιστα όταν δώσαμε αίτηση τότε για υποτροφία στη Ρώμη, είχαμε συμφωνήσει ότι αν την πάρει ένας από τους δύο, θα τη μοιραστεί με τον άλλον. Την πήρα εγώ και κράτησα τη συμφωνία. Μετά συνεχίσαμε μαζί και στο Παρίσι.
Στην Αίγινα είχε πάει πρώτα ο άλλος φίλος μου, ο γλύπτης Καπράλος, μετά ο Νίκος έχτισε το σπίτι του για να μένει χειμώνα - καλοκαίρι, κι εγώ από τα χρήματα που πήρα από την έκθεσή μου το 1972 αγόρασα το παραδιπλανό οικόπεδο. Ο Νίκος επέμενε. Εκείνος το διαπραγματεύθηκε.
Τα βράδια μαζευόμαστε στου Νικολάου, ο Καπράλος, ο Σπανούδης, ο Ελύτης και άλλοι φίλοι. Καθόμασταν από νωρίς στο μεγάλο πεζούλι έξω από το σπίτι και βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα. Η Αίγινα έχει εκπληκτικό φως. Τότε θυμάμαι πίναμε πολύ. Γίνονταν συζητήσεις, καβγάδες, γέλια ως το πρωί...».
Ενώ έλεγε αυτά θυμήθηκα τα λόγια ενός άλλου μεγάλου φίλου του Γιάννη Μόραλη, του Οδυσσέα Ελύτη, που προλόγισε τον κατάλογο της έκθεσης στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη το 1972:
«Τα χώματα της Αττικής και της Αίγινας, τα σώματα των νέων κοριτσιών, το φως το ταυτόσημο μιας φυσικής και ηθικής ευγένειας, τα βλέπουμε στα τελευταία έργα του Μόραλη να αναδύονται κάποτε με μιαν υγρασία θαλασσινή, σαν μεγεθυσμένα θραύσματα από αρχαίες ληκύθους ή σμικρυμένες νωπογραφίες τόπων λατρείας που χάθηκαν για πάντα»
(Εκδοση Εμπορικής Τράπεζας «Ι. Μόραλης», Αθήνα 1988, σελ. 181).
Το πλοίο έχει φθάσει στο λιμάνι. Μας περιμένει το φορτηγό του Μπεργελέ που έφθασε νωρίτερα με το φέρι μπόουτ.
Ο Μόραλης είναι ο άνθρωπος της συνήθειας και των προκαθορισμένων χρόνων. Ή μάλλον του τελετουργικού τυπικού. Η έκθεσή του δεν αρχίζει την ημέρα των εγκαινίων αλλά την ημέρα όπου τα έργα φεύγουν από το ατελιέ του. Είναι η ημέρα όπου τα αποχωρίζεται εκείνος και τα παραδίδει στο κοινό.
Πηγαίνουμε όλοι προς το σπίτι, ο κήπος είναι γεμάτος δέντρα, ροδιές, ελιές, λεμονιές, μια μεγάλη συκιά, δενδρολίβανα, φιστικιές. Από τα παράθυρα φαίνεται η θάλασσα και το φως μπαίνει από παντού.
Το ατελιέ είναι πεντακάθαρο, όλα τακτοποιημένα, πουθενά μπογιές, πουθενά η παραμικρή ακαταστασία, τα τελάρα, τα πινέλα, τα χαρτιά, τα χρώματα, όλα σχολαστικά στη θέση τους.
Ερχεται κάποιος και σ' τα φροντίζει;
Μου απαντάει σχεδόν αναστατωμένος:
«Τρελάθηκες; Κανείς δεν μπαίνει στο εργαστήριο. Τα κάνω όλα μόνος μου. Αν δεν είναι έτσι τακτοποιημένα, δεν μπορώ να δουλέψω. Μ' αρέσει να γυρίζω και να τα βρίσκω ακριβώς όπως τα άφησα».
Τα έργα είναι όλα γυρισμένα στον τοίχο, από την ανάποδη. Λες και ούτε τώρα, την ώρα όπου τα φορτώνουμε για την γκαλερί, θέλει να μας τα δείξει. Ενα - ένα γυρίζουν προς το μέρος μας. Κανένας μας δεν λέει λέξη. Είναι ακόμη μεσημέρι και το ατελιέ είναι πλημμυρισμένο από ένα ζεστό φως. Το ίδιο φως που βγαίνει και από τα έργα που τώρα είναι απλωμένα μπροστά μας. Ολοι είμαστε συγκινημένοι, όλοι θέλουμε κάτι να πούμε και δεν ξέρουμε αν εκείνος θέλει να το ακούσει. Είναι μια ώρα φορτωμένη συγκίνηση.
Οση ώρα φορτώνανε τα έργα για τον γυρισμό, του ζητήσαμε να μας πει δυο λόγια για την έκθεση αυτή. Δεν του αρέσει η ερώτηση και κάπως εκνευρισμένα απαντάει:
«Είναι η συνέχεια της προηγούμενης δουλειάς, όπως κάποιος που κρατάει ημερολόγιο. Δεν καταλαβαίνω γιατί μερικοί μου λένε πως έχω αλλάξει. Εγώ νομίζω πως τη δουλειά μου μπορείς να τη διαβάσεις όπως ένα βιβλίο».
Ένα βιβλίο με πολλές ιστορίες και μάλιστα με μεγάλους έρωτες και αυτό το διαβάζει κανείς μέσα στα έργα: «Ζευγάρι» - «Αναπόληση» - «Ανοιξη» - «Το κορίτσι που ζωγραφίζει» - «Το κορίτσι που γδύνεται» - «Συνάντηση» - «Αυγή» - «Πανσέληνος», έργα που αποπνέουν ερωτισμό.
Εχουμε φθάσει πια στον Πειραιά. Τελειώνοντας του λέω:
Πολλοί διερωτώνται κάθε φορά πού θα πάει η ζωγραφική σου με τη συνεχή αφαίρεση.
«Αλήθεια; Εγώ αντίθετα πιστεύω πως ακόμη είμαι... πολύ φλύαρος!».
Σφράγισε με το έργο του πολλές δεκαετίες. Και εξακολουθεί να βρίσκεται στην πρωτοπορία της ελληνικής εικαστικής σκηνής. Ο Γιάννης Μόραλης απέχει συνειδητά από εμφανίσεις στα ΜΜΕ, δεν μιλά, δεν δίνει συνεντεύξεις· ζωγραφίζει, όμως, εκφράζει όλα όσα θέλει να πει μέσα από το έργο του.
Συνέντευξη Γιάννη Μόραλη στο Βήμα (1997)
«Δεν με ενδιαφέρει το εμπόριο»
Δεν μου αρέσει να πουλάω τα έργα μου. Ούτε τώρα ούτε παλιότερα. Ξεκίνησα να το κάνω μόνον από ανάγκη». Η σχέση του Γιάννη Μόραλη με την εμπορική πλευρά της τέχνης του υπαγορεύεται από αυτήν ακριβώς την άποψη. Ο ίδιος αρνείται κάθε συζήτηση περί τιμών των έργων του, όπως αρνείται να μπει στο παιχνίδι τού ποιος πουλάει πόσο. Ο ζωγράφος, νούμερο ένα στη λίστα του «Βήματος», σεβόμενος και υποστηρίζοντας απόλυτα τον θεσμό των γκαλερί αφήνει σε αυτές να καθορίζουν τις τιμές των έργων του. Και όταν του φαίνονται «πολύ ακριβές» προσπαθεί να τις κατεβάσει...
Ετσι ακριβώς έκανε και το 1956 όταν πρωτοπούλησε έργα του. «Είχα οικονομική ανάγκη», θυμάται, «όταν η φίλη Νίκη Καραγάτση με έπεισε ότι η μόνη λύση ήταν να πουλήσω έργα μου. Ηταν εκείνη που μου έφερε μια γνωστή της, με μεγάλη περιουσία, για να αγοράσει πίνακες. Οταν η κυρία μου ζήτησε να της πω πόσο κάνουν τα έργα μου, εγώ πολύ ντροπαλά είπα ένα ποσό. Και τότε η Καραγάτση με νοήματα μου έγνεφε να αυξήσω το ποσό. Την άκουσα και πράγματι τα πούλησα πολύ υψηλότερα από ό,τι περίμενα». Και σήμερα πάντως εξακολουθεί να μη νιώθει καλά με τις τιμές. Ενδεικτικό είναι άλλωστε το γεγονός ότι πρόσφατα χάρισε στην Εθνική Πινακοθήκη 28 έργα και 80 σχέδιά του. «Εκεί είναι η θέση τους» λέει, απαντώντας έτσι στους φίλους του που απογοητεύθηκαν όταν έμαθαν ότι αντί να τους πουλήσει τούς χάρισε. «Ακόμη και στην αποθήκη της Πινακοθήκης είναι καλύτερα» προσθέτει.
«Σε όλη του την πορεία υπήρξε ένας πρίγκιπας» λέει για τον Γιάννη Μόραλη η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα. «Με υψηλό ήθος, και στη ζωή του και στη συμπεριφορά του και στην τέχνη του, νομίζω ότι αποτελεί μια μοναδική περίπτωση. Δεν παρασύρθηκε ποτέ από συρμούς. Η ίδια η φύση του τον οδηγούσε πάντα και η φύση του αυτή ήταν και είναι κλασική. Ακόμη και στις αφηρημένες του συνθέσεις ο Μόραλης παραμένει κλασικός, έτσι όπως ορίζεται το κλασικό από την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης». Και τονίζει: «Ο Μόραλης χάραξε μια πορεία ανεξάρτητα από την επιρροή της αγοράς και το γούστο της πελατείας του».
Σε μιαν εποχή όπου τα πορτρέτα του Γιάννη Μόραλη χρυσοπληρώνονταν, ο ίδιος με το χιούμορ που τον διακρίνει τύπωσε κάρτες με ιδιόχειρα γραμμένη τη φράση «Δεν φιλοτεχνώ πλέον προσωπογραφίες», προς απογοήτευση της πελατείας του. «Αυτό το έκανα κυρίως», εξηγεί, «γιατί από ένα σημείο τα πορτρέτα που ήθελα να κάνω δεν ήταν αυτά που περίμενε ο κόσμος. Ηταν πιο αφαιρετικά. Προτίμησα λοιπόν να σταματήσω». Πέραν των προσωπογραφιών ο Μόραλης αρνιόταν πάντα τις «παραγγελίες», επιλέγοντας τον απόλυτα προσωπικό δρόμο έκφρασης. Και αυτός ο δρόμος βρήκε την ανταπόκριση από το κοινό. Δεν ήρθε εκείνος στα γούστα του· έφερε το κοινό στα δικά του.
«Πολύ φοβάμαι πως το όνομα του Γιάννη Μοραλη στους "εμπορικούς" είναι και άσχετο και άτονο» λέει η Πέγκυ Ζουμπουλάκη, ιδιοκτήτρια των ομώνυμων γκαλερί, όπου και εκθέτει ο ζωγράφος. «Υπάρχει νομίζω μια σύγχυση στην έννοια "εμπορικό" και "ακριβό". Το "εμπορικό" μπορεί να είναι "ακριβό", το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και με το "ακριβό" με την έννοια του ανεκτίμητου. Και είναι σίγουρο πως το έργο του Μόραλη ανήκει σε αυτήν την τελευταία κατηγορία». Σύμφωνα με την Π. Ζουμπουλάκη αλλά και με όλους όσοι γνωρίζουν τον καλλιτέχνη, ο Μόραλης δεν έχει πελατειακή σχέση με το έργο του. «Την ώρα που ζωγραφίζει δεν του περνάει καν από το μυαλό ο "μελλοντικός αγοραστής"». Η ίδια σημειώνει ότι ουδέποτε ο Μόραλης συμμετέχει στη σύνταξη του καταλόγου των τιμών των έργων του πριν από κάθε έκθεση. «Δεν με ενδιαφέρει», είναι η δική του απάντηση.
«Είναι χαρακτηριστικό» λέει ο καθηγητής Αγγελος Δεληβορριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, «ότι ο Μόραλης όπως ελάχιστοι ακόμη καλλιτέχνες δεν έχουν την οικονομική έγνοια. Και όλοι τους ανήκουν στην ίδια γενιά. Είναι "άλλη φυλή"». Και αυτό το «άλλη φυλή» παραπέμπει σε μιαν από αυτές τις ιστορίες που έχουν μείνει πια σαν ανέκδοτα, τις οποίες και διηγείται ο Μόραλης για δύο τυχαίους επισκέπτες μιας έκθεσης του Εγγονόπουλου, οι οποίοι μην μπορώντας να αντιληφθούν τις μορφές του Εγγονόπουλου είπαν ο ένας στον άλλον: «Είναι άλλη φυλή».
«Όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενα» επανέρχεται η Π. Ζουμπουλάκη, «σε μιαν εποχή όπου πολλά "ταλέντα" βγαίνουν στην αγορά σαν καταναλωτικά προϊόντα, εκείνος, απόμακρος - άσχετος με όσα συμβαίνουν στους κοσμικούς κύκλους, στα ατελιέ και στο παραεμπόριο, ζει στον δικό του κόσμο. Το εργαστήριό του είναι απρόσιτο στους τρίτους και η εμπορικότητα δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβληματισμούς του».
Μετά την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών πηγαίνει στη Ρώμη και στη συνέχεια στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ο πόλεμος τον αναγκάζει να επιστρέψει. Έκτοτε δεν ξανάφυγε για το εξωτερικό, πέραν της συμμετοχής του στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1958, μαζί με τον Τσαρούχη και τον Σώχο. Η αποδοχή και η καθιέρωσή του δεν άργησαν να έρθουν. Η Ευρώπη δεν λειτούργησε ποτέ ως δέλεαρ. «Ο Μόραλης», λέει για το θέμα η διευθύντρια της Πινακοθήκης, «διαισθανόταν τη ματαιότητα της προσπάθειας να βγει προς τα έξω γιατί είναι σοφός. Και ένας αληθινά σοφός καλλιτέχνης θέλει να ξέρει σε ποιον απευθύνεται. Η πραγματικά μεγάλη τέχνη ριζώνει κάπου. Για να γίνεις διεθνής πρέπει πρώτα να είσαι εθνικός. Γι' αυτό και τον ικανοποιούσε η αποδοχή που είχε μέσα στο ελληνικό πλαίσιο».
Καλλιτέχνης που αγαπάει την τάξη και την αφανή γεωμετρία ο Μόραλης είναι ανθρωποκεντρικός σε όλη την πορεία του έργου του· τα τοπία κατέχουν μια ελάχιστη θέση στην εργογραφία του. Ερωτικός ζωγράφος, με κάθε έργο του επιχειρεί έναν διάλογο ανάμεσα στα δύο φύλα. «Οσο και αν αυτό δεν είναι ευδιάκριτο εκ πρώτης όψεως, το έργο του Μόραλη», λέει ο Α. Δεληβορριάς, «καταγράφει την ιστορική διαδρομή αυτού του τόπου και μάλιστα με μιαν ιδιαίτερη αισθαντικότητα αλλά και οξύνοια. Ο Μόραλης και αισθάνεται και σκέφτεται πολύ». Για την Μ. Λαμπράκη - Πλάκα το έργο του «χαρακτηρίζεται από μια σοβαρότητα· είναι υπερχρονικό και οι συνθέσεις του έχουν μια στοχαστικότητα και μιαν υπόγεια μελαγχολία. Οι μορφές του χαίρονται τη ζωή αλλά βλέπουν και μακριά».
Το 1963 ο Μόραλης έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στην αίθουσα του ξενοδοχείου Χίλτον. Είχε προηγηθεί η γραμμική του σύνθεσή στη ΒΔ και στη ΝΑ πλευρά του αθηναϊκού ξενοδοχείου. Από το 1972 εκθέτει στην γκαλερί Ζουμπουλάκη ενώ έχει πραγματοποιήσει αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη (το 1988) καθώς και έκθεση στην Ακαδημία Αθηνών (1996). Παράλληλα ασχολήθηκε με τη χαρακτική και την εικονογράφηση βιβλίων (του Ελύτη, του Σεφέρη), έκανε τοιχογραφίες και σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για το ελληνικό θέατρο (Εθνικό, Τέχνης, και για το Χοροθέατρο της Ραλλούς Μάνου). Μέσα στα χρόνια που πέρασαν ο καλλιτέχνης εγκατέλειψε την παραστατική ζωγραφική και προχώρησε σε μια αφαιρετική - γεωμετρική εικαστική δημιουργία, που εξακολουθεί να τον βασανίζει. «Ενα έργο μου» λέει ο ίδιος «πρέπει πρώτα να ικανοποιεί τα δικά μου μάτια. Πολλές φορές βασανίζομαι με έναν πίνακα. Ψάχνω αυτό που μου λείπει και δεν το βρίσκω. Και ξαφνικά, ακόμη και ύστερα από καιρό συνειδητοποιώ ότι έλειπε μία και μόνη γραμμή· τη βάζω και τότε ησυχάζω».
Γενναιόδωρη, χορταστική, χυμώδης, με φρεσκάδα που ευφραίνει τις αγωνίες της ψυχής και με ευαισθησία που κινητοποιεί τους μηχανισμούς της συναισθηματικής αφύπνισης. Ετσι χαρακτηρίζει ο Αγγελος Δεληβορριάς τη ζωγραφική του Μόραλη για την οποία τονίζει ότι «δεν χρειάζεται τις ευλογίες της κριτικής» ενώ αναφέρεται και στην «ελληνικότητα των μεταμορφώσεων της ζωγραφικής του».
Και αν κάποιος προσπαθήσει να ξεχωρίσει το πριν από το τώρα στο έργο του σε τι συμπέρασμα θα κατέληγε; «Κάθε καλλιτέχνης δεν κρίνεται με έργα αλλά με τη συνολική του παρουσία» απαντά η Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα. «Και η παρουσία του Μόραλη έχει μια μοναδική συνέπεια. Κάθε έργο του συμπληρώνει την πορεία του. Για μένα όλα του τα έργα είναι ισάξια. Ο Μόραλης έχει μια συνέπεια προς το μορφικό του πεπρωμένο. Για μένα είναι ένας ζωγράφος που έχει παραμείνει αταλάντευτα προσηλωμένος στο προσωπικό του όραμα για την τέχνη. Και πρέπει να πω ότι κάθε φορά που ξένοι βλέπουν έργα του μένουν άναυδοι».
Για τον ίδιο δεν τίθεται διόλου το ερώτημα. Η πορεία του είναι αυτή που καταγράφεται από τα έργα του, γιατί έτσι του υπαγόρευσε η ψυχή και το ταλέντο του. Αλλωστε ανήκει σε εκείνους που υποστηρίζουν ότι «δεν μπαίνουν σάλτσες στην τέχνη». Και όσο ανοιχτός είναι στη κουβέντα και στην καλή παρέα τόσο κλειστός παραμένει στις συνεντεύξεις (τις οποίες αρνείται να δώσει) και στις φλυαρίες. Ενώ κλειστή παραμένει και η πόρτα που οδηγεί στο εργαστήριό του στην Αίγινα. Εκεί ελάχιστοι έχουν το δικαίωμα εισόδου.
Τον περασμένο Μάρτιο ο Γιάννης Μόραλης εξέθεσε την τελευταία του δουλειά στην γκαλερί Ζουμπουλάκη της πλατείας Κολωνακίου. Ολα τα έργα του πουλήθηκαν, τα περισσότερα μεγάλων διαστάσεων. Οι τιμές τους κυμάνθηκαν από τέσσερα ως οκτώ εκατομμύρια δραχμές. «Ετσι πουλιούνται σε κάθε έκθεση» λέει η Πέγκυ Ζουμπουλάκη. «Είναι δε ο μόνος καλλιτέχνης», επισημαίνει, «στον οποίον η γκαλερί προτείνει τιμές και εκείνος προσπαθεί να τις... προσγειώσει». Το αγοραστικό του κοινό αποτελείται κυρίως από συλλέκτες, ιδιώτες ή μεγάλες δημόσιες συλλογές. Οι θαυμαστές του όμως είναι κάθε ηλικίας. Οχι ιδιαίτερα παραγωγικός ο Γιάννης Μόραλης δεν ανήκει στους ζωγράφους έργα των οποίων συναντά κανείς συχνά σε δημοπρασίες. Και αν όλα τα τελευταία του έργα αγοράζονται, πολλοί είναι εκείνοι που αναζητούν έναν πίνακα της πρώτης παραστατικής του περιόδου. Σπανίως όμως βγαίνουν στην αγορά παλιά του έργα, των οποίων οι τιμές θεωρούνται υψηλότερες από αυτές των πρόσφατων δημιουργιών του, έστω και αν οι διαστάσεις τους είναι μικρότερες.
Ένας σπουδαίος Έλληνας του 20ου αιώνα. Ο Γιάννης Μόραλης, ο ζωγράφος που μας έμαθε να βλέπουμε. Ο «προσκυνητή» της ζωγραφικής.
Τα τελευταία καλοκαίρια ο γιατρός, εκτός από ορισμένες μικρές απολαύσεις όπως το απογευματινό ουίσκι, του είχε απαγορεύσει να ζωγραφίζει, γεγονός που τον πίκραινε πολύ. Προσπαθώντας να ξεπεράσει τη στενοχώρια του για την αποχή από τον καμβά, κάθε φορά που πήγαινε για εξετάσεις στον παθολόγο του, έλεγε γελώντας: «Πάω στον Αλμούνια μου. Ποιος ξέρει τι περιορισμούς θα μου βάλει τώρα...». Πέθανε την Κυριακή στο σπίτι του σε ηλικία 93 ετών και η Μαργαρίτα Πουρνάρα διαλέγει να τον αποχαιρετήσει με τον αγαπημένο του στίχο του Σεφέρη:
"Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης".
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Γ. Μόραλης, Άγγελοι, μουσική, ποίηση, εκδ. Μουσείου Μπενάκη (κατάλογος έκθεσης), Αθήνα 2001. ISBN 9608452872.
Γ. Μπόλης, Γιάννης Μόραλης, εκδ. Αδάμ Κώστας, Αθήνα 2005. ISBN 960884097X.
Ένα χριστουγεννιάτικο μπαζάρ, τα έσοδα από το οποίο θα δοθούν για φιλανθρωπικό σκοπό, θα λειτουργεί μέχρι και τις 20Δεκεμβρίου στον εκθεσιακό χώρο του Δήμου Κοζάνης. Το μπαζάρ διοργανώνουν οι μαθητές του Εικαστικού Εργαστηρίου «Υαλόκοσμος» με τη στήριξη της ΔΕΠΑΚ, ενώ τα έσοδα από τις πωλήσεις των αντικειμένων θα δοθούν για την κάλυψη των αναγκών των παιδιών των Ιδρυμάτων της «Στέγης» και της «Κιβωτού».
Το μπαζάρ εγκαινιάστηκε το απόγευμα της Δευτέρας και από τότε αρκετοί είναι αυτοί που πέρασαν από τον εκθεσιακό χώρο του Δήμου και είδαν από κοντά τις όμορφες και χρηστικές δημιουργίες των μαθητριών του εργαστηρίου, από γυαλί και όχι μόνο. Όπως ανέφερε στον «Πρωινό Λόγο» η Κατερίνα, μια από τις μαθήτριες του Εργαστηρίου, «αυτή είναι μια προσπάθεια δέκα γυναικών που δουλεύουμε στο Εικαστικό Εργαστήρι «Υαλόκοσμος» και αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι για τα Χριστούγεννα, να βοηθήσουμε κάποια παιδιά, να κάνουμε μια καλή πράξη. Κάναμε αυτή την έκθεση, με σκοπό τα χρήματα που θα μαζέψουμε να τα δώσουμε στα παιδιά της «Στέγης» και της «Κιβωτού»». Η ίδια απηύθυνε το δικό της κάλεσμα στον κόσμο να ενισχύσει το έργο του που γίνεται, ενώ κατέληξε λέγοντας πως «καλό είναι να βοηθάμε τους συνανθρώπους μας όλες τις ημέρες και όχι μόνο τώρα τις γιορτές».
Στο μπαζάρ μπορεί κανείς να βρει χρηστικά είδη από γυαλί σε πολλά και διαφορετικά σχέδια και χρώματα (όπως κεριά, ρεσό, πιατέλες, λάμπες και πορτατίφ, φρουτιέρες, κάδρα από γυαλί κ.α.), πίνακες ζωγραφικής, γυάλινα κοσμήματα και πολλά ακόμα αντικείμενα που μπορείτε να κρατήσετε για εσάς ή να τα χαρίσετε αυτές τις Άγιες μέρες στα αγαπημένα σας πρόσωπα.
Η πρώτη μου επαφή με την τέχνη, αφορούσε κέρινες δημιουργίες. Στη συνέχεια πειραματίστηκα με διάφορες καλλιτεχνικές εφαρμογές, μικτές από διάφορα υλικά. Με την πάροδο του χρόνου το ενδιαφέρον μου εστιάστηκε στον τομέα της επεξεργασίας μετάλλων δημιουργώντας χρηστικά και μη αντικείμενα.
Οι πρώτες ύλες των έργων μου περιλαμβάνουν κυρίως μπρούτζο και αρζαντό. Οι φόρμες που χρησιμοποιώ είναι ανθρωποκεντρικές.
Φτάνοντας στο σήμερα το ενδιαφέρον μου εστιάστηκε στο χαρτί, τα υφάσματα, τα νήματα και τα ξύλα. Αυτά που ξεβράζει η θάλασσα και τους σκαλίζει εκείνη δικά της έργα τέχνης. Μέσα από αυτά τα καθημερινά υλικά δημιουργώ έθραυστα έργα που τα θέματα τους αφορούν μικρούς καθημερινούς στόχους ισορροπίας και αρμονίας.
Τι είναι τα Art Puzzles;;
-
Είναι ένας νέος, διαφορετικός τρόπος παρακολούθησης των μαθημάτων του
Εικαστικού Καφενείου.
Η καθημερινότητα μας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη ενώ ταυτόχρο...
Καλή χρονιά
-
Στο παραμύθι της Ζαλλάδας, ζούμε για πολλά πολλά χρόνια, σαν γνήσιοι ήρωες
παραμυθιού, γιατί όσο κι αν μας πολεμάνε οι κακοί, εμείς πάντα τους νικάμε
πίσ...